Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μάτια ξηρά, ψιλές βελόνες τα τρυπούν. Τα ιγμόρεια διαμαρτύρονται δημιουργώντας ένα καθεστώς πόνου περιμετρικά του κεφαλιού, πάνω από τη μύτη και γύρω από τις κόγχες. Κόκκινο μελανί χρώμα στα βλέφαρα, μύτη σχεδόν ματωμένη και λαιμός στεγνός, φλεγόμενος.

Ο αυχένας είναι σφιγμένος, τόνοι βάρους τραβούν κάτω τα πόδια σου και η πλάτη δεν βρίσκει γωνιά να χουζουρέψει, μαξιλάρι για να ξεκουράσει τα ταλαιπωρημένα από τον βήχα πλευρά.

Παγωμένα άκρα, δάχτυλα ξύλινα σαν της μαριονέτας και οι μάλλινες κάλτσες ανήμπορες να βοηθήσουν. Κι άλλο σκέπασμα, κι όμως τρέμεις σαν ψάρι έξω από το νερό.

Θέλεις να κοιμηθείς, να βρεις λίγη παρηγοριά στον Μορφέα, μήπως γιατρέψει τα συμπτώματα, μήπως πάρει την κόπωση του κορμιού και όταν θα σηκωθείς θα νιώθεις καλύτερα.

Δεν αντέχεις και στο κρεβάτι. Αλλά όλα γύρω σου γυρίζουν και το βάρος μέσα από τα βλέφαρα γιγαντώνεται.

Οι παλμοί σου χαμηλοί. Το θερμόμετρο σφυρίζει: 37,8. Αυτό δεν είναι τίποτα, λες. Μερικά δέκατα. Σιγά το πράγμα, εσύ αυτά συνήθως τα τρως για πρωινό. Πότε σε σταμάτησαν εσένα λίγα δέκατα; Ποτέ.

Σηκώνεσαι, βρέχεις μια πετσέτα για κομπρέσα και παίρνεις ένα αντιπυρετικό. Κρίμα τα μήλα και τα πορτοκάλια που έτρωγες σαν ασπίδα για τις ιώσεις. Τσάμπα το μέλι και τα αφεψήματα για τον πονόλαιμο. Το κρύωμα -ή μήπως ίωση;- επιμένει δεύτερη μέρα τώρα.

«Θα κάνει τον κύκλο του», σε καθησυχάζουν. «Υπομονή».

Αλλά εσύ μισείς τη λέξη υπομονή – πόσες φορές έκανες υπομονή και τίποτα καλό δεν βγήκε απ’ αυτό; Πόσες φορές η ζωή έτρεξε αφήνοντάς σε πίσω, ενώ εσύ έκανες την αναγκαία υπομονή…

Πέφτεις πάλι στο κρεβάτι. Για λίγο λες, ίσα να πέσει ο πυρετός. Ο γάτος έρχεται και ξαπλώνει στα πόδια σου, ικανοποιημένος μάλλον, διότι αυτές τις δύο μέρες είσαι διαρκώς εκεί – δεν μπορείς να πας πουθενά…

Μήπως διακρίνεις ένα αδιόρατο χαμόγελο στο μουσούδι του; Σε παρακολουθεί, καταλαβαίνει, κάτι δεν πάει καλά και δεν κοιμάται.

Κλείνεις τα μάτια σου. Και βυθίζεσαι. Κοιμάσαι; Μάλλον όχι, αλλά ούτε είσαι σε εγρήγορση. Το σώμα σου ακόμα πονά, οι αισθήσεις σου -γεύση και ακοή- σε σχετική αδράνεια.

Μια ιδέα περνά μπροστά από τα μάτια σου. Τρέχεις, τρέχεις να προλάβεις. Ο Σέρλοκ χρειάζεται τη βοήθειά σου. Ενα ανεξήγητο γεγονός έχει τρομοκρατήσει ολόκληρη την πόλη και πρέπει να ανακαλύψετε γρήγορα τι συμβαίνει.

Μα πού χάνονται τόσοι άνθρωποι; Εξαφανίζονται από προσώπου γης, μπροστά στα μάτια των περαστικών, στους δρόμους, στους σταθμούς του μετρό, στις πλατείες.

Ανατρέχεις σε βιβλία – τι έχει να πει ο σερ Αρθουρ; Ξεσκονίζεις σημειώσεις, οι βιβλιοθήκες -φίλες σου υπό άλλες συνθήκες- βάζουν εμπόδια, σε παραπλανούν. Και πονάει τόσο το κεφάλι σου…

Ο χρόνος τρέχει… Το μυστήριο αργεί να λυθεί και, ξάφνου, ένας άνθρωπος εξαϋλώνεται μπροστά σου. Το πρόβλημα υπάρχει, επιδεινώνεται. Νιώθεις αγωνία, κάτι πρέπει να γίνει σύντομα, και το χάος που επικρατεί γύρω σου σε εμποδίζει να σκεφτείς.

«Στοιχειώδες, Γουότσον», ακούς πίσω σου τη γεμάτη αυτοπεποίθηση φωνή του συνεργάτη σου. «Δεν αρκεί να βλέπεις, πρέπει να παρατηρείς», συμπληρώνει, καθώς χώνεται σε έναν κόκκινο τηλεφωνικό θάλαμο.

Και τότε χάνεται κι αυτός…

Κι εσύ, έχοντας λουστεί στον ιδρώτα, τινάζεσαι από το μαξιλάρι σου. Ο γάτος έχει σηκωθεί κι αυτός στα μπροστινά του πόδια, έχει τυλίξει γύρω τους την ουρά του και με ορθάνοιχτα μάτια σε κοιτάζει. «Τι εφιάλτη να έβλεπες άραγε», αναρωτιέται, «και μου χάλασες το χουζούρι».

Η κομπρέσα έχει φύγει από τη θέση της και το μέτωπό σου πάλι καίγεται. Βάζεις ξανά θερμόμετρο: 35,5. Υποθερμία, συνέπεια του αντιπυρετικού και του ζεστού κρεβατιού σου.

Κοιτάζεις το ρολόι: έχει περάσει λιγότερο από μιάμιση ώρα από την ώρα που ξάπλωσες. Κρίμα, σκέφτεσαι. Αν είχες κοιμηθεί λίγο παραπάνω…

Θα ήθελες τόσο πολύ να έχεις λύσει ένα αστυνομικό μυστήριο, έστω και στον ύπνο σου, σε μια Αθήνα γεμάτη κόκκινους λονδρέζικους τηλεφωνικούς θαλάμους.