Η Ελλάδα δέχεται από το 2010 οικονομική, πολιτική και πολιτισμική επίθεση. Εκτοτε μετράμε πληγές σε μια κάθετη πτώση σε επίπεδο θεσμών, με τους επικυρίαρχους να αλλάζουν κατά το δοκούν κυβερνήσεις, κυβερνώντας οι ίδιοι με μία λέξη τους που κρίνει τη ζωή και τον θάνατό μας και με φανερούς ή κρυφούς συμβούλους που αποφασίζουν και για την ανάσα μας.
Η νέα αυτή ξενοκρατία στο όνομα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχει συσσωρεύσει μια δυσανεξία που κατευθύνεται στον πιο εύκολο στόχο: τον εαυτό μας, τον φίλο, τον γείτονα, τον γενικώς δικό μας, που φταίει αφού όλοι φταίμε για την κακοδαιμονία που έχει πέσει στο κεφάλι μας.
Μέσα στο βαρύ αυτό κλίμα υποτέλειας και ενδοβολής της κρίσης, τα άλλα γύρω μας μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Τα συμβάντα, ωστόσο, αυτά είναι επίμονα, άλλα παλιά, που έχουν αναζωπυρωθεί, όπως η στάση της γείτονος Αλβανίας, άλλα μόνιμα, όπως είναι η αντίληψη των Σκοπίων περί του Μ. Αλεξάνδρου, και άλλα επίσης μόνιμα αλλά με νέα επιχειρήματα, όπως η πρόσφατη κορύφωση της αμφισβήτησης από την Τουρκία της συνθήκης της Λωζάννης και η εμμονή του κ. Ερντογάν με τα ελληνικά νησιά.
Η τελευταία αυτή εμμονή με έκανε να ξαναδιαβάσω το βιβλίο του Χάντινγκτον για τη Σύγκρουση των Πολιτισμών, που είχε συζητηθεί παλαιότερα και στην Ελλάδα, ιδιαιτέρως για την αντίληψη που εξέφραζε σχετικά με αυτό που αποκαλούσε την «ανωμαλία» της.
Στο βιβλίο αυτό προτείνεται από τον συγγραφέα και ένα σενάριο για την Τουρκία, που μόνο ακραίο δεν φαίνεται σήμερα: Στην αναζήτηση του ενός κράτους που θα μπορούσε να καταστεί κέντρο του Ισλάμ, ο Χάντινγκτον θεωρεί την Τουρκία το πλέον κατάλληλο σε σχέση με άλλα, όπως το Ιράν, το Πακιστάν, την Ινδονησία ή τη Σαουδική Αραβία.
Και αυτό όπως λέει διότι «διαθέτει την ιστορία, τον πληθυσμό, ένα μέσο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, εθνική συνοχή και στρατιωτική παράδοση».
Αυτό που εμποδίζει κατ’ αυτόν την Τουρκία να τεθεί επικεφαλής του ισλαμισμού, είναι ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους που της επέβαλε ο Κεμάλ στερώντας της έτσι τη συνέχεια με την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε σχέση με τη θρησκεία.
Αν όμως η Τουρκία απέρριπτε «τον εξευτελιστικό και κουραστικό ρόλο του ζητιάνου που ικετεύει να γίνει μέλος της Δύσης» και αποφάσιζε να επαναπροσδιορίσει τη θέση της, θα έπρεπε να παίξει «τον ιστορικό της ρόλο του σημαντικότερου ισλαμικού συνομιλητή και ανταγωνιστή της Δύσης».
Στην περίπτωση αυτήν θα έπρεπε, λέει ο συγγραφέας, να αποκηρύξει την κληρονομιά του Ατατούρκ, σε μεγαλύτερο μάλιστα βαθμό από αυτόν που αποκήρυξαν οι Ρώσοι την κληρονομιά του Λένιν, και συγχρόνως να βρεθεί ένας ηγέτης της εμβέλειας του Ατατούρκ που θα μπορούσε να συνδυάσει την πολιτική με τη θρησκευτική νομιμοποίηση για να κάνει την Τουρκία, από διχασμένο κράτος, ένα κράτος-πυρήνα του Ισλάμ.
Τα γεγονότα που παρακολουθούμε σήμερα στην Τουρκία προκαλούν την έκπληξη, ίσως διότι πάντα έχουμε την εντύπωση ή μάλλον την επιθυμία ότι τα πράγματα οφείλουν να πάνε καλύτερα στο πλαίσιο μιας οικουμενικής συμφιλίωσης.
Από την άλλη, ωστόσο, βλέπουμε σε αυτά την επανάληψη ή την ανανέωση παλαιότερων εμφανώς επιθετικών σεναρίων. Η απόφαση του Ερντογάν να εξαφανίσει τους πολιτικούς του αντιπάλους, κεμαλιστές, είτε οπαδούς του Γκιουλέν, που όπως και αυτός εξέφραζε το αίτημα μιας πολιτικής και θρησκευτικής νομιμοποίησης, με άλλους όμως όρους, έχει τεθεί σε εφαρμογή.
Η συνθήκη της Λωζάννης είναι εμπόδιο στα σχέδιά του. Τι θα κάνει η Ελλάδα με το ζήτημα αυτό; Θα μπορέσει να αντιμετωπίσει την επίμονη αμφισβήτηση των συνόρων της;
«Ο χάρτης του πολιτισμού που γράφεται στη γλώσσα του σώματος δεν είναι ένας αλλά πολλοί, διαφορετικοί και υπερκείμενοι σαν τα γεωλογικά στρώματα. Βουνά και ωκεανοί σχεδιάζονται αλλού και αλλιώς. Πόλεις και χώρες φέρουν άλλα ονόματα και οι διαδρομές που θα ακολουθήσουμε θα είναι πολλαπλές, χωρίς την εγγύηση της ευτυχούς κατάληξης».
Οι χάρτες των πολιτικών συμφερόντων και των παραληρημάτων προσπαθούν να γραφούν με αίμα στα σώματα των θυμάτων τους. Τι θα μπορέσει να αντισταθεί στους σχεδιαστές τους;
