Τέτοιες μέρες κάθε χρόνο συγχαίρουμε τους νέους φοιτητές και τις οικογένειές τους που τους υποστήριξαν στην πορεία προς τις εξετάσεις και συμβουλεύουμε όσους δεν είχαν το αποτέλεσμα που επιθυμούσαν. Ο,τι και να ειπωθεί, η πραγματικότητα είναι ότι μια δοκιμασία τέλειωσε· και η επιτυχία ή αποτυχία είναι οι πρώτες σε μια συνεχή αλυσίδα προσπαθειών.
Δύο στοιχεία στα οποία δεν τους προσδίδουμε τόσο πολύ την αξία που έχουν είναι η κλίση των νέων στην επιλογή σπουδών και επαγγέλματος και κατά πόσο είναι απαραίτητοι τόσοι πτυχιούχοι.
«Χιλιάδες νέοι επιστήμονες έφυγαν στο εξωτερικό» γράφουν οι εφημερίδες. «Τι κάνει το κράτος;» αναρωτιούνται πολλοί. Η επιστημονική μετανάστευση δεν είναι νέα. Γράφει ο Ευάγγελος Παπανούτσος το 1975: «Για τους νέους με πανεπιστημιακά προσόντα, που δεν βρίσκουν απασχόληση στην εθνική αγορά εργασίας, άλλη διέξοδος δεν υπάρχει παρά η αποδημία και το πικρό (όσο άφθονο και να ’ναι) ψωμί της ξενιτειάς».
Η παλιά γενιά, κυρίως οι πολιτικοί και οι εκπαιδευτικοί, δεν έχει προνοήσει για την αλλαγή του συστήματος εισαγωγής φοιτητών στις ανώτατες σχολές. Κουτσά στραβά οι εισακτέοι γίνονται και πτυχιούχοι. Τι κάνουν όμως αυτοί οι πτυχιούχοι; Πολλοί είναι άνεργοι και κάποιοι δεν θα εργαστούν ποτέ στον τομέα που σπούδασαν. Καιρός είναι να επανεξεταστεί η διαδικασία εισαγωγής και ο αριθμός των απαραίτητων πτυχιούχων.
Το θέμα αυτό παρατίθεται μόνο ως τίτλος, γιατί απαιτείται σοβαρός σχεδιασμός.
Κι αν το 1975 θεωρείται κοντινό, ας δούμε τι έγραφε το 1928 η προοδευτική λεσβιακή εφημερίδα «Ταχυδρόμος», τότε που λειτουργούσε μόνο ένα Πανεπιστήμιο: «Η πληθώρα των φοιτητών, ανερχομένων εφέτος εις 16 χιλιάδας δι’ όλας τας σχολάς του Πανεπιστημίου και η κατά χιλιάδας παραγωγή επιστημόνων, ακαταρτίστων ως επί το πλείστον, ήτις έχει οδηγήσει τον τόπον εις απροχώρητον και θα οδηγήσει αυτόν εις μεγαλύτερον εν τω μέλλοντι».
Εξίσου σημαντικό είναι το θέμα επιλογής σχολής και τμήματος για σπουδές. Δύο λάθη γίνονται στην επιλογή: ένα στην επιλογή σχολής λόγω της πρόσκαιρης ζήτησης πτυχιούχων και δεύτερο στην επιλογή σχολής λόγω επίτευξης υψηλής βαθμολογίας του υποψηφίου. Και στις δύο περιπτώσεις δεν λαμβάνεται υπόψη η κλίση και η επιθυμία του υποψηφίου.
Είναι γνωστό ότι πολλές φορές αποφασίζει η οικογένεια για τις σπουδές των νέων. Σε ένα χρονογράφημα του 1929 ο εκπαιδευτικός Παναγιώτης Μακρής βάζει έναν έμπορο να αποκαλεί μπογιατζή έναν πτυχιούχο ζωγράφο: «Τι λέγει; Μπογιατζής;
Μωρέ δουλειά που βρήκες να ζήσεις στον κόσμο! Εμένα, που με βλέπεις, μπορεί να μη ξέρω τα γράμματα που ξέρεις εσύ, μα βγήκα στη μέση πουλώντας, αγοράζοντας, εμπορευόμενος, πάντα προσπαθώντας να κερδίζω όσα, όσα κι’ έτσι έκαμα τώρα περιουσία που δεν φοβάμαι τίποτα.
Κρίμα στα νιάτα σου, κρίμα στα έξοδα του μπαμπά σου. Ελα, έλα κοντά μου να σου δείξω πώς βγαίνει ο παράς, για να ζήσεις ελεύθερα, για να γίνεις μεγάλος. Με τη ζωγραφική σου, με τα πινέλα και τις μπογιές σου δεν γεμίζει η κοιλιά!». Σχολιάζει ο χρονογράφος:
Και τέτοιοι κυρ Γεώργηδες, δυστυχώς, βρίσκονται πάρα πολλοί στην Ελλάδα και ανάμεσα στους γονείς ακόμη. Αδιαφορούν πού μπορεί να ευδοκιμήσει το παιδί τους, αρκεί να βγαίνουν λεπτά. Και στο τέλος επειδή το παιδί ακολουθεί αναγκαστικώς, το επάγγελμά του, και για το οποίον φυσικά, δεν αισθάνεται καμία κλίση, να το προαγάγει, φυτοζωεί μέσα σ’ αυτό.
Εχουμε δε πολλά παραδείγματα που όσο και αν επεβλήθηκε η δευτέρα φύσις, η έξις, το παιδί δεν έφθασε στο ύψος εκείνο της επιστήμης που θα έφθανε, αν ακολουθούσε την κλίση του.
Πρέπει να παραδεχθούμε ότι μαζί με τη ζωή μεγαλώνει και η κλίσις του σ’ αυτό ή σ’ εκείνο το επάγγελμα και ο γονεύς έχει το μεγαλύτερο καθήκον να το αντιληφθεί εγκαίρως και να του δώσει την απαιτούμενη κατεύθυνση. Τότε δεν θα γέμιζαν ούτε τα Πανεπιστήμια, για να ‘βγουν μερικές χιλιάδες δυστυχείς διανοούμενοι, ούτε τα γυμνάσια για να γέμιζε ο τόπος από θεσιθήρας και να μειοδοτούν και σ’ αυτή τη θέση των 300 δραχμών το μήνα!
Οπως και να ‘ναι, καλή αρχή και συνέχεια στους νέους φοιτητές και αποφοίτους κι άμποτε να νοιαστούμε πέρα από τους αριθμούς.
*συγγραφέας, διδάκτωρ Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
