Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εύλογα θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το ερώτημα του τίτλου είναι μάλλον ρητορικό ή ότι, σε κάθε περίπτωση, έχει ήδη απαντηθεί από τα πλέον επίσημα χείλη – μεταξύ άλλων, αυτά του προέδρου της Ε.Ε. Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ («δεν υπάρχει δημοκρατική εναλλακτική στις Συνθήκες») και του πραγματικού αρχιτέκτονα της Ευρωπαϊκής Δυστοπίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε («οι εκλογές δεν αλλάζουν τίποτα στα συμφωνηθέντα»).

Παρουσιάζει ενδιαφέρον η ανοιχτή απέχθεια που δείχνουν για τη δημοκρατία και τις διαδικασίες της πολλοί Ευρωπαίοι ιθύνοντες, αλλά και η κουστωδία των ένθερμων υποστηρικτών της Ε.Ε., όπως ακριβώς είναι (ή, μάλλον, όπως έχει καταντήσει) σήμερα, τους οποίους μπορούμε να ονομάσουμε «ευρωπαϊστές», με έμφαση στα εισαγωγικά.

Τα παραδείγματα αυτής της απέχθειας αφθονούν, ας αρκεστούμε όμως στην κατεξοχήν μορφή άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας: τα δημοψηφίσματα.

Χωρίς να αγνοείται ότι ούτε οι εκλογές ξεφεύγουν από το μοτίβο, εάν ο λαός εκλέξει τη «λάθος» κυβέρνηση, μια παράθεση των σημαντικότερων δημοψηφισμάτων με ευρωπαϊκό περιεχόμενο από το 2000 ώς σήμερα είναι διαφωτιστική: εξαιρουμένου του «όχι» των Δανών και των Σουηδών στο ευρώ που έγινε σεβαστό, οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί αγνοήθηκαν παντελώς όταν απέρριψαν το Ευρωσύνταγμα -το οποίο επανήλθε επί της ουσίας απαράλλακτο, με τη μορφή της Συνθήκης της Λισαβόνας-, οι Ιρλανδοί κλήθηκαν να ψηφίσουν εκ νέου για τις Συνθήκες της Νίκαιας και της Λισαβόνας, ενώ ακόμα δεν έχουν πάψει τα διάφορα λιγότερο ή περισσότερο ευφάνταστα σενάρια για τον τρόπο με τον οποίο θα παρακαμφθεί η απόφαση των Βρετανών υπέρ του Brexit.

Οσο για το ελληνικό δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015, ας πούμε μόνο πως το πνεύμα ευρωπαϊκής συναδέλφωσης, με το οποίο έγινε δεκτή από τους «εταίρους» η κρίση του ελληνικού λαού, είναι νωπό στη μνήμη και θα παραμείνει για πολύ καιρό.

Από μια άποψη, είναι λογικό για έναν καθαρά τεχνοκρατικό μηχανισμό διεκπεραίωσης αντιλαϊκών «μεταρρυθμίσεων» με νεοφιλελεύθερο ιδεολογικό πρόσημο να αποφεύγει με κάθε τρόπο την έκθεσή του στη λαϊκή κρίση.

Με άλλα λόγια, δεν είναι η Ε.Ε. per se ασύμβατη με τη δημοκρατία, αλλά ο νεοφιλελευθερισμός, σε εργαλείο πανευρωπαϊκής επιβολής του οποίου έχει εξελιχθεί η πρώτη τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Υπάρχει όμως κι ένα υπόστρωμα υπεροψίας και περιφρόνησης των λαϊκών τάξεων που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Και πάλι, το ελληνικό παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό, πλην όμως δεν είναι το μοναδικό: αρκεί να σταθεί κανείς στην εκστρατεία παρουσίασης της πλειοψηφίας των Βρετανών ως συμφύρματος αμόρφωτων, ηλιθίων και ρατσιστών που δεν γνωρίζουν καν τι είναι η Ε.Ε. και είναι έτοιμοι να πέσουν στην παγίδα του επάρατου λαϊκισμού.

Αυτή η προσβλητική καρικατούρα δεν αγγίζει καν τους πραγματικούς λόγους του Brexit, εμμένοντας στο αφήγημα ότι δεν υπάρχει τίποτα στραβό με την Ε.Ε., απλώς οι πολίτες δεν μπορούν να το καταλάβουν.

Φαίνεται πως καλλιεργείται μια κεντρική νοοτροπία, σύμφωνα με την οποία η Ευρώπη είναι κάτι υπερβολικά σημαντικό για να αφεθεί στα χέρια των ανίκανων να αντιληφθούν τα διακυβευόμενα και είναι καλύτερα να ορίζεται από μια κλειστή κάστα τεχνοκρατών ή, στην καλύτερη περίπτωση, από μια πεφωτισμένη ελίτ.

Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα: η Ε.Ε., στη σημερινή της μορφή τουλάχιστον, όχι μόνο είναι ασύμβατη με τη δημοκρατία, αλλά την αποστρέφεται σαν έννοια, βίωμα και -πρωτίστως- πράξη, καθώς τη θεωρεί, δικαιολογημένα, απειλή για την ίδια. H ζώνη του ευρώ, διαφημισμένη ως το μεγάλο βήμα προς την πολιτική ένωση, αναδεικνύεται σε παράγοντα αποσύνθεσης.

Το εάν και πώς θα μπορούσε αυτό να είχε αποφευχθεί είναι πλέον ακαδημαϊκής σημασίας.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, είναι αν υπάρχει κάποια ρεαλιστική προοπτική δημοκρατικής μεταλλαγής της Ε.Ε. σε κάτι που, αν δεν ανταποκρίνεται στο ιδεώδες των οραματιστών της ευρωπαϊκής ενοποίησης, τουλάχιστον δεν θα θυμίζει τόσο πολύ μια αυταρχική και αποκομμένη από τους πολίτες ηγεμονία κάποιων ολίγων που -χωρίς πραγματική βάση- θεωρούν εαυτούς άριστους, εκλεκτούς και τέλος πάντων ανώτερους από τις «χυδαίες μάζες».

Τα βασικά δεδομένα, ενώ ο ιστορικός χρόνος τρέχει αμείλικτος, δίχως να περιμένει να ωριμάσουν οι συνθήκες μιας τέτοιας εξέλιξης, συντείνουν σε αρνητική απάντηση.

Αυτό, όμως, δεν είναι υποχρεωτικό να σημαίνει το τέλος της Ευρωπαϊκής Υπόθεσης.

Εφόσον η Ε.Ε., ως θεσμικό σύστημα και σύνολο πολιτικών, αποδεικνύεται όχι απλώς ανεπαρκές όχημα για την επίτευξη της ειρηνικής συνύπαρξης, της συνεργασία και της περαιτέρω συνένωσης των κρατών και των λαών της ηπείρου μας, αλλά και παράγοντας διαίρεσης, εμπόδιο για την πρόοδο και την ευημερία τους, τότε θα χρειαστεί να την αντικαταστήσουμε με κάτι άλλο.

* δικηγόρος, δρ Νομικής