Ολα τα καλοκαίρια μυρίζουν ποίηση. Οχι με τον τρόπο τον εύκολο, αυτόν της αναπαραγωγής μιας στροφής που κάποτε μας συγκίνησε.
Ούτε με εκείνον του πολύμαθου ανθρώπου που αναμασά τα στιχάκια που κάποτε αποστήθιζε παρασυρμένος από έναν εφηβικό ενθουσιασμό και τώρα όλα αυτά γίνανε εργαλείο στα χέρια του: για να εντυπωσιάσει, να ξεγλιστρήσει, να έχει κάτι να πει.
Ολα τα καλοκαίρια μυρίζουν ποίηση, ακόμη και αν ποτέ στη ζωή σου δεν διάβασες ένα στιχάκι, ούτε καν στα σκισμένα και παλιά χάρτινα ημερολόγια. Είναι η δύναμη του ήλιου, είναι η ραστώνη λόγω της ζέστης και η δροσιά στα ποτισμένα το βράδυ λουλούδια, που ανοίγουν τους πόρους τους για να εισπνεύσουν τη δροσιά.
Αλλά και πόσα άλλα: η μυρωδιά από τα ροδάκινα, τα τραγανά κεράσια που γίνονται σκουλαρίκι στα αυτάκια ενός μικρού κοριτσιού, η ολόγλυκια καρδιά από το καρπούζι που κάποτε μάλωνες για να την προλάβεις πρώτη. Τώρα την προσφέρεις όλο φροντίδα σε κάποιον άλλο, σε ένα άλλο κοριτσάκι.
Δεν θέλεις να την καλοπιάσεις, θέλεις να τη μυήσεις στα ιερά μυστήρια της ζωής. Να της δημιουργήσεις εκείνο το μείγμα της μνήμης που δεν θα σβήσει ποτέ: ρόδινο κόκκινο για την όραση, δροσερή γλύκα για τη γεύση, ένα τρυφερό «χρατς» για την ακοή και αναζωογονητικό άρωμα για την όσφρηση.
Και τα ελάχιστα ελεύθερα απογεύματα, εκείνα που σου επιτρέπεται να αφήσεις τα τζιτζίκια να σε ζαλίσουν, να παρακολουθείς τον κόσμο να βαδίζει ζαλισμένος από τη ζέστη. Καμιά φορά χαμογελάς: ξέρεις τι σκέφτονται.
Πλάι στις φροντίδες -που δεν τελειώνουν ποτέ-, στα προβλήματα της δουλειάς -αυτά κι αν δεν έχουν τέλος-, κρατούν ένα παραθυράκι για μια μικρή, φτηνή ή εντελώς ανέξοδη απόλαυση: μια παλαιική παγωμένη βυσσινάδα, ένα χωνάκι παγωτό μηχανής και, αν όλα δώσουν κι έρθουν ευνοϊκά, λίγες μέρες κοντά στη θάλασσα. Ετσι δεν είναι;
Και μη νομίζετε ότι οι καλοκαιρινές διακοπές είναι πανάκεια ή ο δρόμος για την ευτυχία – ποιος είπε τέτοιο μέγα ψέμα; Κάθε άλλο. Ναι, θα ξεφύγεις, ίσως και να ξεκουραστείς. Αλλά το καλοκαίρι είναι μικρό.
Οι νύχτες του, όμως, είναι μεγάλες. Και όταν τις αφήσεις να κάνουν αυτό που ξέρουν καλά, αυτό για το οποίο δημιουργήθηκαν, μπορούν να τα ανατρέψουν όλα: να κάνουν το σωστό να μοιάζει λάθος, να ξυπνήσουν ό,τι είχες κοιμίσει βαθιά για να αντέχεις τη ρουτίνα, αλλά και να γεννήσουν κάτι καινούργιο, γεμάτο ελπίδα – αν αποδειχθεί φρούδα, εσύ θα φταις, εσύ δεν στάθηκες στο ύψος του.
Μετά, όταν γυρίσεις πίσω, θα θυμάσαι για λίγο καιρό -μέρες ή εβδομάδες- αστέρια, φεγγάρια, δροσερά, κρυστάλλινα νερά, παρέες, ξενύχτια, τον ξεκούραστο ύπνο τις μικρές ώρες και το κάψιμο στους ώμους το μεσημέρι. Αυτά τα εύκολα, τα εύπεπτα, τα ευανάγνωστα.
Ο,τι όμως υπήρξε σημαντικό, αυτό που άφησες να χαθεί στις λεπτομέρειες του θερινού θορύβου, θα σταθεί για λίγο στην άκρη. Θα σε αφήσει να διηγηθείς αυτά που όλοι θέλουν να ακούσουν, αυτά που όλοι θα διηγηθούν.
Εκείνο, όμως, σαν εργατικό μυρμηγκάκι θα πάει να ανοίξει το λαγούμι του βαθιά. Χιλιοστό χιλιοστό θα δουλεύει, αθόρυβα, προσεκτικά και με επιμέλεια.
Θα καταλάβεις τις ώρες της σιωπής τι δουλειά έκανε. Οταν κλείσεις μόνος σου τα μάτια, στις ρωγμές της ίδιας κάθε ημέρας, και θα ονειρεύεσαι ξύπνιος – ένα ταξίδι, μια άλλη ζωή, ένα οτιδήποτε κάτι άλλο.
Οταν εμφανιστεί, μην το τρομάξεις, άσ’ το να σου χαμογελάσει και να σου θυμίσει τι χρειάζεσαι. Εκείνο δεν έκανε τίποτα, θα σου πει. Η δική του δουλειά ήταν να σκάψει, να φέρει οξυγόνο στα βάθη και να σε ξυπνήσει.
Να ξαναδείς όλα όσα έχεις κάνει ή ξεκάνει εσύ. Και στο χέρι σου είναι να τα κρατήσεις ή να τα πετάξεις. Να κοιτάξεις για λίγο πίσω και μετά να φύγεις μπροστά.
