Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Περισσεύουν οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες, περισσεύουν και οι αντιπολιτευόμενες ραδιοφωνικές, τηλεοπτικές, διαδικτυακές φωνές. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των μέσων είναι η επανάληψη μιας βιαστικής, επίμονης και πολυφωνικής κριτικής διάθεσης και οίστρου, που λαβαίνει εντέλει τη μορφή πείσματος, αχώνευτου θυμού, επίμονης υπογράμμισης όποιου γεγονότος, όσο επουσιώδες και αν είναι, ώστε να μεταβληθεί σε θέμα συζήτησης, αναλύσεων, επισημάνσεων και, σε σημαντικό βαθμό, λεκτικής αλητείας.

Η κυβέρνηση και τα κόμματα που την απαρτίζουν παίζουν σ’ αυτό το παιχνίδι, πετροβολώντας με τις ίδιες κάθε φορά πέτρες, άλλοτε πιο αιχμηρές, άλλοτε πιο ογκώδεις, άλλοτε φορτωμένες με λογιών απόβλητα.

Ιδιες πέτρες ξεκολλημένες από εγκαταλειμμένα λατομεία καταπολέμησης της διαφθοράς, της ιδεοληψίας, των μουμιοποιημένων συνθημάτων, της πνευματικής αλλοφροσύνης και της ιδεολογικής ανωτερότητας, είτε εξ ορισμού, είτε εξ ανιστόρητης εθνικής υπερηφάνειας. Ας υποστηρίξουμε πως η λεκτική αλητεία δεν λείπει και από εδώ.

Στην πρώτη περίπτωση όπως και στη δεύτερη, το άστοχο, το αχαλίνωτο, το εφήμερο περιπαικτικό, το επίμονο γάβγισμα προέρχονται κατά κόρον από κατά κόσμον επαΐοντες, από πεπαιδευμένους, από προσωπικότητες που δίδαξαν ή διδάσκουν σε αναγνωρισμένα πανεπιστήμια, από ανθρώπους, που όσο παρέμεναν βουβοί ή υπηρετούσαν στις δημόσιες θέσεις τους, μπορούσαν να διεκδικούν τον ρόλο του υπεύθυνου ατόμου, εκτίμηση που χάθηκε στην πρώτη κιόλας εκ μέρους τους κακοποίηση του λόγου και της λογικής.

Θα έλεγε κανείς πως η είσοδός τους στη δημόσια σφαίρα και η κομματική στοίχιση δεν ήταν άλλο από τον καταπιεσμένο μαζοχισμό τους να εξευτελίσουν το όνομά τους ή, για να είμαστε επιεικείς, να το κοντύνουν ώστε να φτάσει το σπιθαμιαίο επίπεδο της κομματικής αγέλης.

Γύρω από αυτόν τον κόσμο σε συνεχή βρασμό ζουν και εκστασιάζονται λογιών συνοδοιπόροι τιμητές, που έχουν το χάρισμα να πλάθουν λέξεις, να στήνουν φιγούρες κεραυνοβόλου επίθεσης εναντίον όποιου αντιρρησία, να αλληλομάχονται με όπλα τα υπονοούμενα, τα ανύπαρκτα ερωτήματα και τις ανισόρροπες κατηγορίες, έτσι που παράγεται βρόμα, ακόμα και όταν είναι ελάχιστη η κόπρος που υπάρχει προς εκμετάλλευση.

Μια πιθανή εξήγηση, αν παραμερίσουμε ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αναπηρίες που ταλαιπωρούν ετούτη εδώ τη χώρα, είναι πως η αποχή του 50% του εκλογικού σώματος από τις εθνικές εκλογές και κατ’ επέκταση από την πολιτική ανησυχία έχει αφήσει το πεδίο ελεύθερο σε ένα συνονθύλευμα τζογαδόρων, όπου ο καθένας επιμένει να παίζεται το παιχνίδι με τη δική του τράπουλα μόνο, όπου οι άσοι ξεφυτρώνουν ως λαγοί από καπέλο ταχυδακτυλουργού.

Κάνοντας χρήση τέτοιας «ντετερμινιστικής» επιχειρηματολογίας, αποφεύγουμε να μελετήσουμε τους λόγους, τη μορφή, τις συνέπειες της αποχής, ανυποψίαστοι πως η είσοδος στην εποχή της τυραννίας της μειοψηφίας αρκεί για την ολοκλήρωση μιας καθεστωτικής αλλαγής, που δεν θα πάψει να φέρει το όνομα «δημοκρατία».

Αλλη εξήγηση είναι πως ο ηττημένος σκούζει σαν αδέσποτο σκυλί δαρμένο και ο θόρυβος που προκαλεί αναγκάζει τους μαγαζάτορες και τη γειτονιά να σκούζουν εξίσου ή και περισσότερο, πιστεύοντας πως η δική τους φωνή, ως εκπροσώπηση της ανάπτυξης, ασφάλειας, δικαιοσύνης, ως υπεύθυνη αντιμετώπιση του θορύβου, πρέπει να στέκει πιο πάνω, να ακούγεται πλατύτερα, να φοβίζει το αδέσποτο για να βάλει την ουρά κάτω από τα σκέλια.

Σ’ αυτήν την κατάσταση, η αφελής πρόταση να μη δέρνεις τον σκύλο, στηρίζεται στη βεβαιότητα ότι ο ηττημένος είναι χρήσιμος και δεν χρησιμεύει όταν είναι αδέσποτος, ούτε όταν είναι δαρμένος και σκούζει.

Αυτό το επιχείρημα βρίσκει την ατιολόγησή του σε ιστορικά δεδομένα, σε διδαχές μεγάλων μορφών της πολιτικής θεωρίας και πράξης.

Αν αυτή η αναδρομή είναι κουραστική και απαιτεί πολλά λόγια, ας προσέξουμε πως οι φανερές και κρυφές δημοσκοπήσεις, αυτές που κυκλοφορούν και εκείνες που μελετώνται, όσο άστοχες, κατευθυνόμενες, πληρωμένες και αν είναι, συγκλίνουν στη διατύπωση πως οι εκλογικά ηττημένοι εξακολουθούν να χάνουν τα εδάφη της επικράτειάς τους, κινδυνεύουν σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις να χαθούν στην ανυπαρξία, κινδυνεύουν να καταστούν αμελητέοι σε ακόμα μία περίπτωση.

Το κενό που αφήνει η ενίσχυση της ήττας καλύπτεται, αν η Ιστορία εξακολουθεί να μας υποψιάζει για τα προσεχή, από λογιών αφύσικες συνευρέσεις, που η λεκτική αλητεία κλωσάει, για να γεννηθεί το κακό ως κάτι κοινότοπο και ανακουφιστικό. Το κακό, που είναι ήδη παρόν στη Βουλή!

Η πολιτική δεν είναι παρθεναγωγείο, ούτε καταγώγιο. Για να λειτουργεί πάντως, έχει τη μορφή του παρθεναγωγείου, αλλά και του καταγώγιου. Και αυτή η μορφή έχει τους κανόνες της λεκτικής συμπεριφοράς της. Η λεκτική αλητεία απαξιώνει το καταγώγιο, επειδή του στερεί την ελκυστικότητα του παρθεναγωγείου.