Ο Γάλλος υπερσυντηρητικός μεγιστάνας Βενσάν Μπολορέ, ιδιοκτήτης πολλών μέσων μαζικής ενημέρωσης αλλά και μεγάλων εκδοτικών οίκων, μεταξύ άλλων και όσων εκδοτικών οίκων ανήκουν στον όμιλο «Hachette», έγραψε σημείωμα στη χθεσινή Journal du dimanche, εφημερίδα που του ανήκει, προσπαθώντας να φανεί ψύχραιμος, μετά το πρωτοφανές γεγονός της δήλωσης κάπου 170 συγγραφέων του εκδοτικού οίκου Grasset ότι δεν θα εκδώσουν εκεί τα επόμενα βιβλία τους.
Επιβεβαίωσε ότι η λύση της συνεργασίας με τον Ολιβιέ Νορά, επί 26 χρόνια διευθύνοντα σύμβουλο των εκδόσεων Grasset (η οποία αποτέλεσε την αφορμή της μεγάλης συγγραφικής εξόδου), οφειλόταν σε διαφωνία του με τους επικεφαλής του ομίλου για τον χρόνο έκδοσης του νέου πολυαναμενόμενου βιβλίου του Γαλλοαλγερινού Μπουαλέμ Σανσάλ (τον οποίο θυμόμαστε από την παρουσία του, παλιότερα, στη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης). Το βιβλίο επρόκειτο να βγει στις εκδόσεις Gallimard, όπου ο γνωστός συγγραφέας έβγαζε μέχρι τώρα τα βιβλία του, ωστόσο ξαφνικά εκείνος αποφάσισε να μετακομίσει στον Grasset παράγοντας μια αλυσίδα γεγονότων που οδήγησαν στις 170 αποχωρήσεις.
Ο Σανσάλ, ωστόσο, δεν αποτέλεσε τη βασική αιτία απόλυσης του Νορά. Η προσέγγιση του Μπολορέ με το κόμμα των Λεπέν – Μπαρντελά είναι ολοφάνερη, ο Grasset έβγαλε μάλιστα πρόσφατα και βιβλίο του Ζορντάν Μπαρντελά, του νεαρού προέδρου του κόμματος Λεπέν, βιβλίο που θεωρήθηκε κακογραμμένο και οι κακές γλώσσες λένε ότι αυτός που του το έγραψε θέλησε να δημοσιεύσει στον Grasset και δικό του βιβλίο, εξίσου κακογραμμένο, που αρνήθηκε να εκδώσει ο Νορά.
Αλλά η ακροδεξιά μετακίνηση του ομίλου Hachette (Hatier, Fayard, Grasset, Larousse, Stock, Lattès κ.ά.) μετά την εξαγορά του από τον Μπολορέ το 2023 προκάλεσε τρικυμίες. Μέχρι του σημείου τριακόσιοι γνωστοί συγγραφείς και άνθρωποι του βιβλίου να ζητήσουν με κείμενό τους εχθές Κυριακή να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση που να επεκτείνει τη λεγόμενη «ρήτρα συνείδησης» –η οποία προβλέπεται για τους δημοσιογράφους– και στους συγγραφείς! Να έχουν δικαίωμα δηλαδή οι συγγραφείς να αποχωρούν από έναν εκδοτικό οίκο εάν αυτός αλλάζει ριζικά γραμμή, να έχουν δηλαδή «την ελευθερία να μην υπηρετούν κάτι που αποδοκιμάζουν», και η ζυγαριά της υπαιτιότητας να γέρνει προς την πλευρά του εκδότη. Το ζήτημα ανακίνησαν αρχικά η Λεϊλά Σλιμανί, η Βιρζινί Ντεπάντ και ο Εμανιέλ Καρέρ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ακροδεξιά στροφή του Grasset οδήγησε σε συσπείρωση συγγραφέων του οίκου που πολιτικά ούτε που θέλουν να βλέπουν ο ένας τον άλλον, όπως είναι η Βιρζινί Ντεπάντ και ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί ή ο Πασκάλ Μπρικνέρ. Ο Μπολορέ λέει από τη μεριά του –τι άλλο να πει;– ότι ο Grasset θα συνεχίσει κανονικά και ότι αυτοί που φεύγουν θα επιτρέψουν σε νέους συγγραφείς να εκδοθούν και να εκτιμηθούν.
Ολα αυτά δείχνουν ότι μαίνεται μάχη μεταξύ δημοκρατίας και αυταρχισμού, ελευθερίας έκφρασης και περιορισμού της. Μάχη που, απρόσμενα, έχει διεισδύσει ξανά στον χώρο του βιβλίου και που τώρα, πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες, δεν αφορά περιπτώσεις σαν του Σολζενίτσιν.
