Ούτε τον Αττίλα ούτε τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι ούτε κανέναν άλλον επιδρομέα του ολέθρου η Ιστορία αντιμετώπισε με το ελαφρυντικό -αν είχαν- του ψυχασθενούς. Ως σφαγείς των εθνών τούς καταδίκασε και ως τέτοιους τους καταχώρισε στα κιτάπια της.
Στα ίδια κιτάπια καταχωρίζει τώρα τον Τραμπ και τον Νετανιάχου αδιαφορώντας για την ψυχική τους ισορροπία. Εξάλλου έναν αναιτιολόγητο πόλεμο, και μάλιστα ολοκληρωτικό, πλούσιο σε ειδεχθή μαζικά εγκλήματα, ουδείς υγιής και φιλειρηνικός ηγέτης εξαπολύει. Κι ας υποστηρίζει ότι απειλείται. Αν απειλείται. Κατά συνέπεια καμιά συμπόνια και κυρίως καμιά αλληλεγγύη στο πλευρό του δεν δικαιολογείται.
Εκείνο το οποίο απειλείται είναι η διατήρηση της ενεργοβόρας Αμερικής στη θέση του παγκόσμιου καουμπόι. Το οποίο βέβαια δεν είναι μέλημα του κάθε κατοίκου αυτού του πλανήτη, που τον έφερε η μοίρα να γεννηθεί δίπλα σε κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου ή σπάνιων γαιών. Μπορούν οι κακομαθημένοι επιχειρηματίες και θαμώνες των καζινουπόλεων της Νεβάδα να διαπραγματευτούν με τις «προνομιούχες» αυτές χώρες και να αγοράσουν σε τιμές αγοράς ό,τι τους ενδιαφέρει. Χωρίς να δολοφονούν ηγέτες ή ανυποψίαστα σχολιαρόπαιδα.
Αυτοί ακριβώς είναι που έχουν αναδείξει στις μέρες μας ως υπ’ αριθμόν ένα παγκόσμιο πρόβλημα τις ΗΠΑ. Αυτές είναι που διαταράσσουν τις διεθνείς ισορροπίες, αυτές που σχεδιάζουν και εκτελούν αιματηρές ανατροπές πολιτικών ηγεσιών ανά τον κόσμο, σκορπούν τον όλεθρο και τροφοδοτούν τη διαφθορά φίλιων καθεστώτων. Διότι, σύμφωνα με τον αμερικανικό νόμο (και νόμο κάθε ισχυρού, για να μην ξεχνιόμαστε), η εξαγορά συνειδήσεων είναι κακή μόνο όταν τροφοδοτείται από άλλους. Οταν τροφοδοτείται από τους ίδιους, αποκαλείται «εθνικό συμφέρον».
Η κακή αρχή έγινε με το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και κυρίως από το 1946-1947, όταν κλήθηκαν να διαδεχτούν την καταρρακωμένη Βρετανική Αυτοκρατορία στη γενική διεύθυνση των υποθέσεων της Δύσης. Μαζί και το Μεσανατολικό, ιδίως μετά την κρίση του Σουέζ, το 1956, η οποία δεν είχε την ευτυχέστερη κατάληξη για τους Αγγλογάλλους.
Αυτό τέλος πάντων το «εθνικό συμφέρον» δεν ωφέλησε μέχρι τώρα κανέναν εκτός από τις ΗΠΑ. Ολοι οι άλλοι στον έναν ή τον άλλο βαθμό βλάφτηκαν. Κι όταν αυτή η βλάβη αφορά το ενεργειακό, όπως στην περίπτωση των επιπτώσεων που έχει η αμερικανο-ισραηλινή επιδρομή στο Ιράν, οι παλιές αγάπες γίνονται αναμνήσεις. Ετσι σκέφτονται η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία (και ο Πάπας), η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, κάπως έτσι όφειλε να σκεφτεί και η ελληνική κυβέρνηση. Ομως δεν. Διότι εν Αθήναις πια η αξιοπρέπεια και το καλώς εννοούμενο συμφέρον αποτελούν είδη εν ανεπαρκεία. Γονάτισαν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις από το κόστος της ενέργειας, αλλά ο Κυρ. Μητσοτάκης ονομάζει «εθνικό συμφέρον» την πιστή στήριξη των επιλογών του Λευκού Οίκου. Είτε πρόκειται για το Ουκρανικό είτε για το Μεσανατολικό.
Η μόνη διορατικότητα που μπορεί να του αναγνωριστεί είναι η ικανότητά του να παίζει σε δύο ταμπλό: και στο αμερικανικό και στο γερμανικό. Γι’ αυτό συμφωνεί και με τον Τραμπ και με τον Μερτς. Τους χρειάζεται για το παρόν (του) και το μέλλον (του). Κατά τα άλλα, οι Αμερικανοί θα ενισχύσουν την παρουσία τους στην Ελλάδα υπό τον μανδύα μιας τάχα μου τιμωρίας των άλλων συμμάχων του ΝΑΤΟ αλλά επί της ουσίας θα μειώσουν το κόστος παρουσίας τους στην Ευρώπη. Οι Ευρωπαίοι θα αναλάβουν, με ελληνική υποστήριξη (αμερικανική), τη βρόμικη δουλειά στο Ουκρανικό.
