Κάνω πέτρα την καρδιά ή κάνω την καρδιά μου πέτρα. Αυτή είναι μια φράση που λέγεται όταν ένα άτομο βρεθεί σε δύσκολη κατάσταση, η οποία του ασκεί πίεση ψυχοσυναισθηματική. «Τώρα κλαις, δε σε λυπάμαι ούτε σε πονώ / την καρδιά μου θα την κάνω πέτρα σαν βουνό». Ο ερωτευμένος πλην κερατωμένος νέος κάνει πέτρα την καρδιά του, για να μην παρασυρθεί από όσα συνέβησαν στη φουρτουνιασμένη ψυχή του. Είναι τα λόγια ενός τραγουδιού που αγαπήθηκε και τραγουδήθηκε από πολλούς (σε στίχους και μουσική Κώστα Σκαρβέλη).
Κατανοητή η απόφαση να κάνει πέτρα την καρδιά του ένας ερωτευμένος. Πάντα η προσφυγή στην πέτρα είναι ένας τρόπος για τους αμυνόμενους ανθρώπους να χτίσουν μια ντάπια γύρω από τον ευάλωτο ψυχικό τους κόσμο. Ή για τους ευρισκόμενους σε κίνδυνο. Σας εκείνες τις γυναίκες στις λαϊκές αφηγήσεις που παρακαλούσαν τον θεό ή έναν άγιο να τις πετρώσει, για να αποφύγουν τον βιασμό τους.
Τις τελευταίες ημέρες προσπαθώ να μπω στο μυαλό και την ψυχή τού επί των προσφυγικών ροών υπουργού αλλά και άλλων τινών συν-Ελλήνων (προσοχή το «Ε» πολύ παχύ) ου μην και άλλων τινών κατεχόντων μινιστρικά οφίτσια. Προς τι αυτή η πετρωμένη καρδιά; Εντάξει, ο ερωτύλος νέος του τραγουδιού έπαιρνε τα χάκια του από την αγαπημένη. Ενιωθε προδομένος. Και όταν ζήσει κάποιος μια τέτοια συναισθηματική φουσκοθαλασσιά, γίνεται σκληρός. Πετρώνει.
Τι απογοήτευση ένιωσαν οι μινίστροι μας; Ποιος τους πρόδωσε κι άρχισαν να κάνουν δηλώσεις που υποδηλώνουν φουρτουνιασμένη ψυχή; Μήπως που δεν άκουσαν οι αποσυνάγωγοι της Ασίας και της Αφρικής τους δικούς τους φετφάδες; Νόμισαν πως οι ανάγκες και η απελπισία δαμάζονται με σκληράδα. Με το μαστίγιο.
Δεκαπέντε ψυχές βούλιαξαν στο Αιγαίο. Για μια ακόμη φορά. Και στη Μεσόγειο. Στη Χίο ένας άλλος υγρός τάφος. «Μα σκοτεινιάζει ο καιρός και στις καρδιές νυχτώνει», ακούγεται η φωνή του Μητροπάνου να αρμυρίζει από τα κύματα, καθώς τα λόγια σκύβουν το κεφάλι τους στα βυθισμένα όνειρα των απελπισμένων. Και σε όσους δεν πρόλαβαν να δουν το εκτυφλωτικό, γαλάζιο φως του Αιγαίου.
Σκοτεινιάζει ο καιρός, ο Μάνος Ελευθερίου μάς δανείζει την ποίησή του, να φτιάξουμε την εικόνα της εποχής μας. Ανιωθοι άνθρωποι σε καρέκλες που ξεπερνάνε το μπόι τους. Παντού το αστροπελέκι του πολέμου. Οι έμποροι των όπλων τρέχουν στις ρούγες της οικουμένης πουλώντας όπλα για τον θάνατο. Και οι αδύναμοι αλαφιασμένοι ψάχνουν αμπρί για το μέλλον τους, για τη φαμίλια τους.
Κι εμείς που φοράμε την αρχαία κονκάρδα του Σωκράτη επιχαίρουμε για την αποτροπή; Φορώντας τις οπαδικές μας παρωπίδες. Ξεχνώντας τον ουμανισμό των Αθηναίων που καταδίκασαν σε θάνατο τους νικητές στρατηγούς για ασέβεια στους νεκρούς των στη ναυμαχία στις Αργινούσες.
