Δεν ήταν ο μόνος. Η υγρασία πότισε και τα μάτια πολλών από τα παιδιά της εθνικής ομάδας στο μπάσκετ. «Κι όμως, κυρία μου, και οι άντρες κλαίνε», ο Καζαντζίδης πρόλαβε να συντρίψει ένα στερεότυπο της αντρικής σκληράδας. Των ανθρώπων που έμαθαν πως τα δάκρυα δεν ταιριάζουν στην αντρίλα τους. Ξέρουν να κρύβουν τα συναισθήματά τους, να μην αφήνουν ρωγμές αδυναμίας.
Θα μπορούσε κάποιος να κάνει μελέτη για τα δάκρυα. Να μιλήσει για τα κροκοδείλια δάκρυα, εκτός των άλλων. Για την προσποιητή θλίψη, όταν κροκοδελίζουν, σύμφωνα με το ρήμα που χρησιμοποίησε ο Αστέριος, επίσκοπος στον Πόντο. Κροκοδελίζουν οι άνθρωποι και στη χαρά, όταν θέλουν μερτικό στην επιτυχία, ή όταν δεν πρέπει να φανερώσουν τη θλίψη για το ανεπιθύμητο -γι’ αυτούς- αποτέλεσμα.
Ομως, τα δάκρυα του Γιάννη Αντετοκούνμπο ασφυκτιούν σε μια τέτοια προσέγγιση. «Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου», γράφει ο Βύρων Λεοντάρης («Εκ Περάτων», Υψιλον). Και που ποτίζουν την ψυχή και το κορμί, θα πρόσθετα. Είναι ο πόνος, η περιφρόνηση, τα τραύματα τα ανεπούλωτα που χρειάζονται αυτή τη λίμνη. Να μαλακώσουν από την ξηρασία της κοινωνικής αλληλεγγύης στα δύσκολα χρόνια.
Παιδί μεταναστών από την Αφρική, γεννήθηκε στην Ελλάδα, όμως το κορμί και η ψυχή του έζησαν την ταπείνωση. Την απουσία σεβασμού στο δικαίωμα ενός νέου παιδιού να διεκδικήσει τη ζωή του. «Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια», συνεχίζει ο Λεοντάρης.
Δεν ξέρω αν ο Γιάννης ξέρει τον ποιητή. Ετσι κι αλλιώς, η τέχνη, σε όλες τις μορφές της, δανείζεται την εμπειρία της ζωής που τη μεταπλάθει, κάνοντάς την κώδικα επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους που βιώνουν παρόμοια αισθήματα. Κάποιες φορές ο αθλητισμός, ως μορφή αισθητικής και ψυχοσωματικής εμπειρίας, σηκώνει στους ώμους του τις προσδοκίες των θεατών, τις ματαιωμένες ελπίδες, τα ξεθωριασμένα όνειρα, τις πληγές.
Στην ήττα όλα αυτά οξύνονται. Αναζητείται ο αποδιοπομπαίος τράγος. Στη νίκη νερό κι αλάτι όσα ειπώθηκαν. Ομως, τα δάκρυα του Γιάννη και του Κώστα Παπανικολάου θυμίζουν τον διαρκή αγώνα, τα εμπόδια και τα συρματοπλέγματα πάσης φύσεως που χρειάστηκε να ξεπεράσουν οι αθλητές αλλά και όσοι βρέθηκαν σε ανάλογες δοκιμασίες.
«Πιστεύετε πάντοτε έναν άνθρωπο που κλαίει/είναι η στιγμή που σας απλώνει το χέρι του», γράφει ένας άλλος ποιητής (Τ. Λειβαδίτης, «Ποιήματα 1958-1964», Κέδρος). Και δεν έχει άδικο. Ο Γιάννηδες αυτού του κόσμου απλώνουν το χέρι τους και ζητάνε να τους ακούσουμε. Ολοι οι κατατρεγμένοι. Αυτή είναι η δύναμη της τέχνης, του αθλητισμού. Να δανείζει τη φωνή, τις λέξεις, το χρώμα, τον πόνο και τα δάκρυα και σε όλους/ες που βιώνουν τα ίδια.
Θα μπορούσαν τα δάκρυα του Γιάννη να μας κάνουν πιο ανθρώπινους.
