ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πέτρος Μανταίος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν ξέρω πώς μου ήρθε ένα πρωί και θυμήθηκα –η μνήμη η ταξιδιάρα!– τα μανγκρόβια δέντρα και δάση, που είδα στα εθνικά πάρκα/ζούγκλες της Κούβας την περασμένη άνοιξη. Τεράστια δέντρα που αναπηδούν από νερά λιμνών και βάλτων. Εκεί, τότε, έμαθα τη λέξη, που τη θυμήθηκα ξαφνικά. Ανέτρεξα στα wikiλεξικά για την ετυμολογία της. Είδα ότι, πιθανότατα, την έφεραν εξερευνητές/άποικοι/κατακτητές από τους τροπικούς, από τη γλώσσα των Taíno, φυλή πρώτων εποικιστών της Κούβας, αυτόχθονες του βορρά της Νότιας Αμερικής, ή και από άλλη καραϊβική γλώσσα. Την πολιτογράφησαν οι Αγγλοι: mangrove (παλιότερα: mangrow), από το τροπικό mangue (το γνωστό μας μάνγκο) + το αγγλικό grove (άλσος, δάσος).

Πέρασα από το καφενείο αργότερα. Ηπια καφέ, με τον Γιώργο, τον Κώστα, τον Λευτέρη, έναν-δυο άλλους που δεν θυμάμαι… Είπαμε δυο κουβέντες καφενείου, που μ’ αρέσουν. Αφηγηματικές: για μπάλα, μπάσκετ, στοιχήματα, κλειστοφοβίες σε ασανσέρ, αεροπλάνο κ.λπ. Ο Γιώργος, που του αρέσει να ταξιδεύει και το κάνει τακτικά, μας έλεγε, όταν έφερα την κουβέντα στα μανγκρόβια, ότι προ ετών, που πήγε στο Μαϊάμι, ξεναγήθηκε με ταχύπλοο στα έλη με τα μανγκρόβια και τους… αλιγάτορες· πλήθος αυτοί με τις τεράστιες σιαγόνες! [στην Κούβα τους είδα εν υπνώσει, πίσω από χοντρά σύρματα, τόσο που τους λυπήθηκα!]…

Μας έλεγε ότι τα χρειάστηκε [άλλο ρήμα, ομοιοκατάληκτο, χρησιμοποίησε!] από φόβο, μήπως το ειδικό όχημα τρακάρει σε κανένα κορμό και γίνουν… έδεσμα κροκοδείλιο. «Δεν το ξανακάνω παιδιά…» [συνήθης προσφώνηση στα καφενεία, άσχετη από ηλικιακή κλίμακα!] «με τίποτα στον κόσμο· παρ’ όλο που σπάνια φοβάμαι!». Κάθισε για λίγο στο τραπέζι κι ένας άλλος· της πρωινής παρέας και αυτός, όπως και οι προηγούμενοι· τον ήξερα μόνον εξ όψεως· προσωπικά, αγαπώ τα καφενεία, με γοητεύει η ατμόσφαιρα, ενίοτε και η βαβούρα, αλλά είμαι του μεσημεριού.

Αυτός ο «άλλος» θα ταξίδευε, σύντομα, στη Βραζιλία, που ο Γιώργος είχε πάει τον περασμένο χειμώνα (Βραζιλία – Αργεντινή, καλοκαίρι εκεί), και τον κατατόπιζε σχετικά, τι να δει και τι ν’ αφήσει. Μετά, αφού έφυγε ο «άλλος», μας έδειξε ο Γιώργος δυο-τρεις φωτογραφίες [στο… smartphone· δηλαδή, με δικά μου κριτήρια και… γνώσεις, φωτογραφίες θνησιγενείς… αναλώσιμες· απ’ αυτές που σπανίως έως καθόλου, πέραν της ηλεκτρονικής αναρτήσεως, αναρτώνται σε τοίχους!] από εκείνο το ταξίδι του. Ανάμεσά τους μία στο γιγάντιο γήπεδο Μαρακανά του Ρίο, στο τερέν, μόνος, να κάνει πως κλοτσάει μια μπάλα κι άλλη μία στο γήπεδο της Μπόκα Τζούνιορς, στο Μπουένος Αϊρες, φωτογραφημένος (προφανώς σε προπόνηση) με δύο ποδοσφαιριστές της Μπόκα.

Ο Λευτέρης, παλιός ναυτικός, μηχανικός σε φορτηγά για μεγάλο διάστημα, ποδοσφαιρόφιλος, που έχει πάει στο ίδιο γήπεδο: φορτίο Μπουένος Αϊρες-Περσικός, με κάργα καρχαρίες, ο Περσικός, να προσπαθεί να θυμηθεί τον έναν από τους δύο ποδοσφαιριστές της Μπόκα, βέβαιος ότι παίζει στην Εθνική Αργεντινής…

Για όλα αυτά τα ωραία –η ωραία ατμόσφαιρα του καφενείου, η μοναδική!– δεν έμεινα πάνω από μία ώρα! Να λοιπόν που, στην καλή εκδοχή, όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος, σκέφτηκα… Σε άλλο σκηνικό: Χάζεψα το δρόμο, τα λεωφορεία, τα γιωταχί, τους ανθρώπους να πηγαινοέρχονται βιαστικά, τους θαμώνες τού απέναντι καφενείου να κουβεντιάζουν χαλαρά, τη ζωή την ίδια, στους ρυθμούς της, γρήγορους, ζωηρούς ή μακάριους… «Σ’ αφήσανε μόνο σήμερα!..» είπε ο καφετζής, με συγκατάβαση, τη στιγμή που πλήρωνα. Πού να φανταστεί ότι ένιωθα ακριβώς το αντίθετο!..