ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ραδιόφωνο έπαιζε λατινοαμερικάνικα τραγούδια, ο παραγωγός διηγούνταν ιστορίες από την παραλία Κόπα Καμπάνα, όπου κάποτε είχε πάει, με τις καλλίγραμμες Βραζιλιάνες που φορούν ελάχιστα και λικνίζονται στους ήχους της σάμπα. Η ζέστη ήταν εξαντλητική και ο κλιματισμός στο αυτοκίνητο χαλασμένος. Ο ιδρώτας έτρεχε μέσα στα μαλλιά της, στην πλάτη, στο μέτωπό της.

Στο εκνευριστικό σταμάτα-ξεκίνα, πρώτη-δευτέρα-νεκρό και πάλι από την αρχή, αναρωτιόταν αν υπήρχε πιθανότητα να ονειρευτεί μια νέα, καλύτερη μέρα. Ακόμη και η μουσική είχε αρχίσει να την εκνευρίζει. Θυμήθηκε και τη φωτογραφία από τον καύσωνα στην Ιαπωνία, με έναν νέο άντρα να πέφτει στο νερό μιας πισίνας και να πετάει παντού νερό, και ζεστάθηκε περισσότερο. Ονειρευόταν να ήταν στη θέση του… Ισως στη θάλασσα όμως.

Οταν επιτέλους έφτασε στο ραντεβού της, σε ένα δικηγορικό γραφείο κάπου στο κέντρο της πόλης, η αίσθηση του κλιματισμού την ανακούφισε λίγο. Η γραμματέας του δικηγόρου τής είπε να καθίσει, της έφερε και ένα ποτήρι δροσερό νερό και αμέσως άρχισε να νιώθει καλύτερα. Θα έπρεπε να περιμένει λίγο, αλλά δεν την πείραζε. Της άρεσε η δροσιά, θα είχε χρόνο να συνέλθει και μετά να πει αυτά που έπρεπε να πει.

Γρήγορα άρχισε να παρατηρεί τον χώρο γύρω της. Δερμάτινο σαλόνι, γυάλινο τραπεζάκι στη μέση και πλατύφυλλα εξωτικά πράσινα φυτά. Από αυτά που δεν βγάζουν λουλούδια, αλλά και αν βγάλουν, δεν θυμίζουν και πολύ λουλούδια.

Η γραμματέας την είδε που τα κοίταζε και της είπε: «Τα έχει φέρει ο συνήγορος από το εξωτερικό. Είναι πολύ ακριβά, γιατί τα αγόρασε μεγάλα. Του άρεσαν γιατί θυμίζουν καλοκαίρι στη Λατινική Αμερική, έχουν κάτι από τον Αμαζόνιο».

Της χαμογέλασε με συγκατάβαση και είπε μόνο: «Είναι πολύ όμορφα».

Ωρες μετά, επιστρέφοντας σούρουπο στο σπίτι, έχοντας κάνει ένα σωρό δουλειές, όπως έκανε πάντα την ημέρα του ρεπό της, ήταν πιο δροσερά. Σχεδόν της άρεσε που ήταν ανοιχτά τα παράθυρα του αυτοκινήτου, παρηγοριόταν που ο μάστορας τής είχε πει να πάει την άλλη μέρα το πρωί να δει το ερ κοντίσιον και ήλπιζε να της το φτιάξει κιόλας. Σκεφτόταν τα εξωτικά φυτά στο γραφείο του δικηγόρου και τα καλοκαίρια στη Λατινική Αμερική. Αραγε, πώς να ήταν; Εμοιαζαν με το ελληνικό καλοκαίρι; Και τι είναι ελληνικό καλοκαίρι;

Σίγουρα όχι Βραζιλιάνες με τάνγκα και τεράστιες αμμουδερές παραλίες όπου οι περισσότεροι λιάζονται και δεν κολυμπούν –πιθανότατα δεν ξέρουν. Εκείνη προτιμούσε τους μικρούς περίκλειστους και απάνεμους κόλπους, αρμυρίκια, τζιτζίκια να σε ζαλίζουν, γλυκά και καρπούζι.

Το βράδυ, μια τσιμεντένια αυλή με κληματαριές και λαϊκά τραγούδια, σαν αυτά που άκουγε με τους γονείς της όταν ήταν παιδί, ή ένα μπαράκι κοντά στη θάλασσα με λίγη τζαζ, λίγη έντεχνη ελληνική, σε χαμηλή ένταση, για να μπορείς να μιλάς με τον διπλανό σου.

Α, ναι, και πολλά γεράνια, με την πικρή μυρωδιά τους και τα φωτεινά χρώματά τους. Κι ένα γιασεμί να ευωδιάζει ο τόπος όταν φυσάει.

Το βράδυ στο μπαλκόνι της, αφού έριξε νερό να ξεπλυθεί από τη σκόνη και πότισε τα λουλούδια, μισοκοιμισμένη στην πολυθρόνα και με τα πόδια σε ένα σκαμνάκι, για να ανακουφιστούν από τη ζέστη και την ορθοστασία, ονειρεύτηκε τη θάλασσα. Ενα άλλο καλοκαίρι. Τότε που ξυπνούσε νωρίς και το πρωινό ντους της το έκανε στη θάλασσα. Που τα νέα ήταν συνήθως καλά ή έστω ελπιδοφόρα. Και που όλη μέρα την έβγαζε με ένα μαγιό κι ένα βαμβακερό παρεό. Σκούρο μπλε με κίτρινα φεγγάρια και χαμογελαστούς ήλιους με στρογγυλά μάτια. Ηταν το δώρο-σουβενίρ στον εαυτό της από τις διακοπές στην Αμοργό, αγορασμένο από ένα κατάστημα με τουριστικά είδη. Και τότε συνειδητοποίησε τι ήταν το καλοκαίρι. Ούτε τροπικά φυτά, ούτε οι ήχοι της σάμπας. Ηταν η ελπίδα για το αύριο και απόλαυση των μικρών πραγμάτων. Αυτά που τα μεγάλα μάς κάνουν να ξεχνάμε. Καμιά φορά κυνηγώντας χίμαιρες.