Η εκλογική νίκη της συσπείρωσης της γαλλικής Αριστεράς με επικεφαλής τον «αιρετικό» Ζαν-Λικ Μελανσόν είναι χαρμόσυνη έκπληξη. Σημαίνει, τουλάχιστον, ότι, πέρα από τις εύστοχες τακτικές κινήσεις των αντιπάλων της Μαρίν Λεπέν, υπήρχαν στη Γαλλία οι πολίτες που ανησύχησαν από τη «φιλολαϊκή» αλλά θολή συνθηματολογία του Εθνικού Μετώπου αρνούμενοι να απεμπολήσουν ό,τι απομένει από δημοκρατία στη χώρα τους και στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Ηταν αναμενόμενο ότι η έκπληξη αυτή θα ενθάρρυνε και στην Ελλάδα ποικίλες ρητορικές υπέρ μιας συσπείρωσης με στόχο την έξωση από την εξουσία της κυβέρνησης Μητσοτάκη που δεν ταυτίζεται με σοφτ ή μη εκδοχές της Ακροδεξιάς, αλλά υπό τη λεοντή της μετριοπάθειας μπορεί να αποτελεί απειλή για τις ελευθερίες, αν όχι και για την ίδια την υπόσταση της Ελλάδας. Υπάρχουν ωστόσο λόγοι που πρέπει να μας κάνουν επιφυλακτικούς απέναντι στην αισιοδοξία που γέννησαν τα αποτελέσματα των γαλλικών εκλογών.
Στην ίδια τη Γαλλία έχει ήδη γίνει σαφές ότι γίνονται κινήσεις ώστε ο Μελανσόν -κριτικός απέναντι στη διεθνή κεφαλαιοκρατική δικτατορία, στην άμεση εμπλοκή της Γαλλίας στην Ουκρανία και στη συνεχιζόμενη σφαγή των Παλαιστινίων- να εμποδιστεί στην εφαρμογή του αντιιμπεριαλιστικού και αντιπολεμικού προγράμματός του. Ο,τι κι αν γίνει όμως, όσα ήδη η αριστερή συσπείρωση πέτυχε είναι κατάκτηση για όλους μας. Οσο για την Ελλάδα, οι λόγοι που καλούν σε επιφύλαξη είναι σε έναν βαθμό οι αντίθετοι από αυτούς που ισχύουν στη Γαλλία. Αν ο Μελανσόν συναντά ήδη ισχυρές αντιδράσεις διότι επιμένει στο σαφές αλλά «ανατρεπτικό» πρόγραμμα για το οποίο ψηφίστηκε, οι διάφορες προτάσεις για «κεντροαριστερή» συσπείρωση στην Ελλάδα είναι τόσο σχηματικές και γενικόλογες που να καταλήγουν ανυπόστατες.
Μέρος αυτής της θολότητας οφείλεται μάλλον και στη συνεχιζόμενη πλημμυρίδα φθαρμένων στερεότυπων και κούφιων νεολογισμών όπως τα περί «συμπερίληψης» (στη θέση τής υπό διωγμόν ισότητας;). Αλλά πέρα από τον πληθωρισμό της ασημαντότητας υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Αυτό που κάνει η «φρόνιμη» πλειοψηφία όσων μονοπωλούν τον μεντιατικό και τον κομματικό δημόσιο διάλογο είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έκανε ο Μελανσόν. Επιδίδονται στην αποφυγή και του ελάχιστου υπαινιγμού σχετικά με οτιδήποτε αγγίζει την εθνική κυριαρχία, τη γεωπολιτική κατάσταση, την υποχώρηση της ουσιαστικής δημοκρατίας που συμπληρώνεται από την ποιοτική και ποσοτική υποβάθμιση της ζωής του λαού. Και προτιμούν την παγίδευση σε έναν φαύλο κύκλο μιας ξύλινης εσωστρέφειας. Τι κούραση και οποία ένδεια.
Θα μπορέσουν να ακουστούν οι φωνές που θα μιλήσουν με την απαραίτητη εγκυρότητα και αμεσότητα για τα ζητήματα αυτά; Θα ήταν αναμφίβολα έκπληξη και έκπληξη θα ήταν ίσως και το ότι πολίτες αυτού του τόπου θα τολμούσαν να αγκαλιάσουν μια τέτοια πρόταση. Η γαλλική περίπτωση δείχνει ότι οι εκπλήξεις δεν αποκλείονται.
