ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιάσονας Τριανταφυλλίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Χρόνια πολλά πριν τον πρώτο καιρό του 9,84, τότε που έσκιζε, ένας φίλος μας, ο Αλέξης, είχε πάρει ένα μπαρ στα Εξάρχεια που κάποτε είχε μεγάλη επιτυχία αλλά είχε ξεπέσει πια και το είχε ανακαινίσει, το περίφημο «Εναλλάξ», και επειδή ήμασταν μια παρέα, όλοι μαζευόμασταν εκεί κάθε βράδυ μέχρι πολύ πολύ αργά. Μέσα σ’ όλους και η Αννα Παναγιωτοπούλου. Γιατί αν και ήδη μεγάλη πρωταγωνίστρια, ήξερε ακριβώς πώς έπρεπε να είναι μέλος μιας παρέας. Ηξερε να είναι ξεχωριστή αν και σωστό μέλος μιας παρέας. Δεν έκανε τη σταρ γιατί ήταν στην ουσία της. Καθόμασταν συχνά με την Αννα και τα λέγαμε και συζητούσαμε γιατί ήξερε η Αννα να κάνει τις πιο σοβαρές κουβέντες και συγχρόνως να έχει απίστευτο χιούμορ.

Μια μέρα είδαμε να έρχεται από νωρίς στο «Εναλλάξ» ένας τύπος ας πούμε λίγο περίεργος, λεπτός, όχι πολύ ψηλός, με λίγο σαν χαμένο ύφος, καθόταν μόνος του και έπινε το ποτό του σε ένα τραπέζι, δεν μιλούσε σε κανέναν και κάποια στιγμή έφευγε. Μια μέρα η Αννα μου είπε «κάποιον μου θυμίζει πολύ έντονα και προσπαθώ να θυμηθώ ποιος είναι». Και απάντησα πως εμένα δεν μου θύμιζε κανέναν. Μου το έλεγε κάθε μέρα σχεδόν η Αννα που τον έβλεπε εκεί και κάποια μέρα μου είπε «θυμήθηκα ποιος είναι, αλλά είναι άραγε;». Της είπα «δεν μπορείς να πας να ρωτήσεις τέτοιο πράγμα στον άνθρωπο γιατί ενδεχομένως θα μπορούσε να προσβληθεί, αν και δεν φαίνεται τέτοιος τύπος».

Με τα πολλά η Αννα μου είπε θα πάω να τον ρωτήσω και σηκώθηκε με θάρρος, τον πλησίασε, προφανώς τον ρώτησε και εκείνος όπως είδα από μακριά σήκωσε κουρασμένα το μελαγχολικό του πρόσωπο και κάτι της απάντησε και μετά έσκυψε και συνέχισε το ποτό του. Μετά η Αννα γύρισε στο τραπέζι μας και είδα ότι το πρόσωπό της ήταν δακρυσμένο. Της είπα «τι έγινε;» και εκείνη έκατσε στο τραπέζι, ήπιε μια γουλιά από το ποτό της, γύρισε και μου είπε: «Συγγνώμη, μήπως είστε ο ΠΟΛΕ;» και εκείνος μου απάντησε: «ΗΜΟΥΝ»… Πάγωσα λίγο με αυτό που άκουσα και η Αννα συνέχισε ότι ήταν απίστευτο αυτό που άκουσε και αυτό που έζησε αλλά ήταν λογική αυτή η απάντηση. Τραγική αλλά λογική. Τώρα που τέλειωσε, τώρα που έπαψε να είναι ο μαχητής, ο επαναστάτης, ο αναρχικός, δεν μπορούσε πια να είναι ο ΠΟΛΕ γιατί το όνομα αυτό σήμαινε κάτι και ο ίδιος δεν μπορούσε να το κουβαλήσει στην πλάτη του.

Μετά μάθαμε ότι ο Πόλε ζούσε πια στην Ελλάδα, εργαζόταν σε έναν εκδοτικό οίκο ή σε ένα τυπογραφείο, δεν θυμάμαι πια καλά, και είχε βάλει στην άκρη όλο το επαναστατικό του παρελθόν. Συνέχισε να έρχεται κάποιο καιρό ακόμα και μετά πάψαμε να τον βλέπουμε. Δεν έμαθα κάτι γι’ αυτόν από τότε. Η Αννα όμως πάντα έλεγε γι’ αυτό το φοβερό «ΗΜΟΥΝ» που είχε ακούσει από το στόμα του.

Για την ιστορία για τους νεότερους ας πούμε πως εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και αρχές του ’80, αν θυμάμαι καλά, είχαν γεμίσει οι τοίχοι της Αθήνας στο κέντρο με συνθήματα γραμμένα με μπογιά από νεαρούς προφανώς, που έγραφαν «Λευτεριά στον Πόλε» ή «Να μην απελαθεί ο Πόλε», κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Ο Πόλε ήταν ένας Γερμανός αναρχικός επαναστάτης και μαχητής -ελπίζω να το λέω σωστά- τότε που η λέξη αναρχικός δεν είχε γίνει μόδα. Είχε καταφύγει στην Ελλάδα γιατί τον κυνηγούσε η αστυνομία στη Γερμανία και είχε ζητήσει άσυλο και επίσης δεν θυμάμαι αν τα είχε καταφέρει να μείνει εδώ ή αν ξαναγύρισε πίσω και μετά ξαναήρθε.

Αυτό το «ΗΜΟΥΝ» όμως από το στόμα του σχετικά με το όνομα που όλοι τον ξέραμε ήταν άγριο πράγμα.

ΥΓ.: Στη μνήμη της αγαπημένης μου Αννας Παναγιωτοπούλου.