Η νύχτα εκείνη του Δεκέμβρη ήταν σκοτεινή. Αν και είχε προηγηθεί ένα ηλιόλουστο διήμερο, από εκείνα που σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν το ημερολόγιο δείχνει τη σωστή ημερομηνία και εποχή, πυκνά, φαιοκόκκινα σύννεφα είχαν καλύψει τον ουρανό προμηνύοντας κρύο και βροχή. Οι δρόμοι ήταν άδειοι. Πέρα από τις κολόνες στις γωνίες των τετραγώνων, μια ψευδαίσθηση φωτός δημιουργούσαν τα λαμπάκια των χριστουγεννιάτικων δέντρων και τα στολισμένα μπαλκόνια. Κάποια στην υπερβολή τους, αλλά μέρες που ήταν, τι πείραζε;
Τα ραδιόφωνα έπαιζαν εμβόλιμα στα συνηθισμένα play lists και τραγούδια που, θέλοντας και μη, δεν σε άφηναν να ξεχάσεις τις μέρες που έρχονταν. Οι δρόμοι, κυρίως οι μεγάλες λεωφόροι και στα εμπορικά κέντρα, ήταν πια αδιάβατοι – ακόμη και αν ο κόσμος ήταν μουδιασμένος και έκανε ψώνια με φειδώ.
Εκείνο, λοιπόν, το βράδυ, μέσα Δεκέμβρη, με καιρό που προϊδέαζε για βροχή, κρύο και υγρασία, βγήκε να περπατήσει. Ετσι, σε πείσμα του καιρού, κόντρα στην περασμένη για βόλτες ώρα, κόντρα στο σώμα της, που της έλεγε: «Κάνε ένα μπάνιο, βάλε ζεστές πιτζάμες και χώσου στα σκεπάσματα». Βγήκε και περπάτησε στα στενά γύρω και λίγο πιο πέρα από τη γειτονιά της, μέχρι το εμπορικό κέντρο και πίσω πάλι. Για έναν λόγο χωρίς λογική, αισθανόταν λίγο φόβο, μια ανησυχία, που δεν εδραζόταν πουθενά. Τίποτα κακό δεν είχε συμβεί, τίποτα τρομακτικό δεν υπήρχε τριγύρω. Η ζωή κυλούσε μέσα στη γνωστή, αγχωτική ρουτίνα της, που πια την είχε συνηθίσει και, όταν κάτι πήγαινε πολύ καλά, όταν ένα πρόβλημα λυνόταν, αναρωτιόταν πού είχε κρυφτεί ο δράκος και δεν τον έβλεπε. Κι ήξερε κι άλλους, πολλούς, σαν κι εκείνη…
Σε ένα σκοτεινό στενό, ούτε 300 μέτρα από το σπίτι, κατά την επιστροφή, της τράβηξαν την προσοχή τα κόκκινα -αποκλειστικά κόκκινα- λαμπάκια στο παράθυρο μιας μονοκατοικίας. Ηταν τόσο έντονα -ή η νύχτα ήταν τόσο μουντή- που τα είδε, αν και ο αυλόγυρος απείχε κάμποσα μέτρα από το παλιό σπίτι με τα κεραμίδια· δεν είχαν μείνει παρά ελάχιστα πια. Εστρωσε το κασκόλ της, τα κοίταξε λίγο και πήρε πάλι τον δρόμο – είχε πιάσει πολύ κρύο και το σώμα της διαμαρτυρόταν: «Πάμε πια σπίτι…».
Τότε της φάνηκε ότι άκουσε κουδουνάκια, σαν αυτά που ακούγονται στα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, και μια γιορτινή μουσική. Αλλά δεν καταλάβαινε από πού προερχόταν. Η σκέψη της, η πιο τρελή κι αυθόρμητη, της είπε ότι μοιάζει να περνάει το έλκηθρο του Αϊ-Βασίλη. Η άλλη, η δεύτερη και λογική, ότι κάπου εκεί γύρω κάποιος ακούει τραγουδάκια ενώ στολίζει έλατο. Και μια τρίτη, κάπως ανησυχητική για την ίδια, ότι όλα αυτά τα έφτιαξε το μυαλό της.
Δεν ήξερε τι ήθελε να πιστέψει… Χρόνια τώρα είχε πειστεί ότι οι γιορτές αυτές και οι μέρες είναι ένα δώρο για τα παιδιά. Που δεν θα πηγαίνουν σχολείο, θα πάρουν δώρα και θα μπορέσουν να παίξουν, να απολαύσουν λιχουδιές, να χαρούν και να φτιάξουν αναμνήσεις. Ισως αυτό να έκανε και η ίδια. Να είχε βυθιστεί στην παιδική ηλικία και να ανέσυρε μια αίσθηση γιορτής, κάπως εξιδανικευμένη, αλλά ευχάριστα νοσταλγική.
Ανασυγκροτήθηκε πνεύμα και σώμα, έχωσε τα χέρια στις τσέπες του παλτού για να ζεσταθούν και συνέχισε τον δρόμο για το σπίτι. Της φάνηκε ότι αισθάνθηκε να πέφτουν μερικές ψιχάλες μέχρι να μπει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Κάνα δυο φορές γύρισε τα μάτια ξανά προς τον ουρανό. Ακόμη και αν υπήρχε Αϊ-Βασίλης, ακόμη και αν μπορούσε να πετάξει με το έλκηθρό του να κουδουνίζει πάνω από την Αττική, απόψε θα ήταν αδύνατο να τον δει – σκέφτηκε. Τα σύννεφα ήταν πολύ γκρίζα, πολύ πυκνά και μάλλον θα φοβόταν να ταξιδέψει μέσα στην καταιγίδα.
Το σπίτι μέσα ήταν ζεστό, ωραίο ήταν και το νερό του ντους. Οταν έπεσε στο κρεβάτι, αποκοιμήθηκε αμέσως. Τι ονειρεύτηκε, δεν θα σας πω. Τα παραμύθια για μεγάλους αφήνουν πάντα κάτι στον αέρα.
