Αν η Ελλάδα έχει αποκτήσει φήμη στο εξωτερικό για τις κλινικές τεχνητής γονιμοποίησης, η γειτονική Τουρκία έχει αποκτήσει διεθνή φήμη στον τομέα των αισθητικών επεμβάσεων. Ευρωπαίοι και Ευρωπαίες πηγαίνουν μαζικά στην Κωνσταντινούπολη και άλλες τουρκικές πόλεις για επεμβάσεις στα στήθη, στα οπίσθια, στα χείλη, στα δόντια, στη φαλάκρα. Από πεπειραμένους γιατρούς, σε προσιτές τιμές.
Το νέο φαινόμενο είναι ότι οι νέοι και οι νέες, κάτω των 35 ετών, ενώ απασχολούσαν μέχρι πρότινος το 10% των αισθητικών επεμβάσεων, τώρα αποτελούν το 50%, ξεπερνώντας για πρώτη φορά την ηλικιακή ομάδα των 50-60 ετών που ανέκαθεν έκανε τις περισσότερες αισθητικές επεμβάσεις. Η μαζικοποίηση αυτή στις τάξεις των νέων φαίνεται να οφείλεται στην επιρροή των ινφλουένσερ, γενικότερα των κοινωνικών δικτύων που βασίζονται στην εικόνα όπως το ίνσταγκραμ, αλλά και των πάμπολλων τηλεριάλιτι στα οποία η αισθητική επέμβαση απενοχοποιείται συστηματικά. Και όπου, αντίθετα, ενοχοποιούνται η απώλεια μαλλιών, τα μη τέλεια δόντια, τα μικρά στήθη κ.λπ. Ετσι, η Ιατρική αυτού του είδους, αντί να θεραπεύει πραγματικά ιατρικά προβλήματα, εξυπηρετεί φαντασιώσεις και όσοι/όσες περνούν την πόρτα του γιατρού είναι περισσότερο πελάτες παρά ασθενείς.
Πέρα από το γεγονός ότι πολλοί καταφεύγουν σε τσαρλατάνους με τραγικά αποτελέσματα για την υγεία και την εμφάνισή τους, αποτελεί γενικότερα ερώτημα το τι θα συμβεί σε μερικά χρόνια, καθώς είναι η πρώτη φορά στην ιατρική ιστορία που χειρουργούνται τόσοι πολλοί νέοι και νέες, οπότε οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις είναι άγνωστες. Τροχίζουν εντελώς υγιή δόντια για να βάλουν θήκες τέλειου σχήματος, κάτι που στην ηλικία των πενήντα χρόνων θα έχει δυσμενέστατες επιπτώσεις. Βάζουν στο σώμα τους προσθετικά υλικά χωρίς πολλές φορές να ενημερώνονται ότι θα χρειάζονται τακτικά νέες επεμβάσεις στο μέλλον κ.ο.κ. Μια σχετική πολύμηνη έρευνα δύο γυναικών δημοσιογράφων του LeParisien, οι οποίες δεν είναι a priori αντίθετες στην αισθητική χειρουργική, έδειξε το απίθανο εύρος του φαινομένου, την παράλληλη άγνοια και τις παρενέργειες.
Εκείνο που θα μπορούσε επιπλέον να αναρωτηθεί κανείς είναι ποιες ψυχολογικές επιπτώσεις θα προκληθούν στο μέλλον. Πολλοί και πολλές θα είναι βέβαια ευχαριστημένοι εκ πρώτης όψεως από την επέμβαση. Το ότι όμως θα βλέπουν άλλο πρόσωπο στον καθρέφτη από αυτό που ήξεραν ή ότι η ομορφιά ομογενοποιείται και κάποια στιγμή θα μπορούσαν να αλλάξουν τα πρότυπα είναι πλευρές που δεν μπορούν από τώρα να αποτιμηθούν. Οπως δεν μπορεί να απαντηθεί και ένα άλλο ερώτημα: Μήπως η αλλαγή της εμφανισιακής ταυτότητας μαρτυρά αδυναμία οικοδόμησης ισχυρής -ρευστής ή μη, δεν έχει σημασία, πάντως ισχυρής- εσωτερικής ταυτότητας, όπως και αδυναμία απέναντι σε εξωτερικές εξουσίες που δεν μπορούν να κατανοηθούν και να αντιμετωπιστούν;
Αυτού του τύπου οι επεμβάσεις στο σώμα, είτε πρόκειται για το «μαζοχιστικό» τατουάζ είτε για αισθητικές «βελτιώσεις», μοιάζουν να είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: είναι σαν να παραδίδει κανείς τα όπλα και να ρίχνει εύκολα και αυτοτιμωρητικά το φταίξιμο άλλων στον εαυτό του.
