Τρομάζω με το γεγονός ότι οι γυναικοκτονίες, ένα εν σειρά έγκλημα από διαφορετικής κουλτούρας, θρησκείας, κοινωνικού στρώματος και ηλικίας δολοφόνους, επανέρχεται όλο και πιο συχνά παίρνοντας την όψη μιας εφιαλτικής «κανονικότητας». Το ρεπορτάζ δίνει κάθε φορά τα «συγκλονιστικά» στοιχεία. Τόσων ετών, τόσα χρόνια δεσμού, τόσες μαχαιριές ή σφαίρες, τόσες «παράπλευρες» απώλειες, το παιδί ας πούμε του ζεύγους καταδικασμένο να ζήσει σημαδεμένο ψυχικά ή κάποτε νεκρό. Και η υπόθεση παίρνει τον ποινικό δρόμο της στο πλαίσιο που ορίζει ο σημερινός νόμος ο οποίος δεν αναγνωρίζει στα εγκλήματα αυτά μια ειδεχθή ιδιαιτερότητα.
Γυναικοκτονίες συμβαίνουν και σε πολλά άλλα μέρη. Και δεν μπορεί να αποδοθούν αποκλειστικά στην αρνητική επιρροή ενός εν γένει πατριαρχικού μοντέλου που υπήρχε πάντα, πριν και από την εποχή του ιστορικού «Κυανοπώγωνα» ή του σουλτάνου στη μυθοπλασία των «Χιλίων και μίας νυκτών». Αν το πατριαρχικό αυτό μοντέλο βαραίνει πράγματι σήμερα, οφείλεται και στις επιδεινούμενες συνθήκες της παγκόσμιας κρίσης. Οι «εκπεσόντες πατριάρχες» αρνούνται να δεχτούν την «πτώση» τους. Είναι άντρες οι οποίοι μέσα στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και των ακήρυχτων ή εν εξελίξει πολέμων, που τσακίζουν μνήμες, σύνορα, κώδικες, σπιτικά χωρίς να προσφέρουν κάτι άλλο θετικό, νιώθουν το δικαίωμα της γυναίκας στην ερωτική, οικονομική, πολιτική «αυτονόμηση» ή «ανυπακοή» σαν «προδοσία» που τους καταργεί ως αρσενικούς, όπως τους θέλει ο κοινωνικός τους περίγυρος. Την ντροπή, την ενοχή που νιώθουν για τον εαυτό τους, όσοι από αυτούς μπορούν να τη νιώσουν, την προβάλλουν στη σύντροφό τους. Αυτή φταίει και πρέπει να τιμωρηθεί. Η προσφυγή στην εγκληματική βία, όταν δεν είναι η κατάληξη βαρύτατης ψυχικής νόσου, είναι ο τρόπος να δείξουν ότι παραμένουν παρά την πτώση «αληθινοί άντρες» που δεν θα τους κάνει κουμάντο μια γυναίκα. Προτιμούν το καταφύγιο μιας πλαστής ταυτότητας παρά την αναζήτηση μιας νέας τάξης στο υπαρξιακό τους χάος.
Δεν θα μιλήσω για την ανάγκη σωστότερης νομικής ρύθμισης και για την αντίστοιχη ευαισθητοποίηση των αστυνομικών αρχών, που άλλοτε επεμβαίνουν έγκαιρα, άλλοτε όμως υποτιμούν τις εκκλήσεις γυναικών. Θα μιλήσω για την πρόληψη ως πολιτισμικό ζήτημα. Πρέπει να γίνει συνείδηση ότι η γυναίκα δεν είναι ένα αντικείμενο ειδικής ή περιορισμένης χρήσης ή έστω ένα πλάσμα εσαεί ανήλικο, καταδικασμένο να «εκπαιδεύεται» από τον άντρα με την τιμωρία. Ενα ον «ανάπηρο», διότι δεν στερείται μόνο το αντρικό μόριο αλλά και τις «αρσενικές» αρετές της σωματικής δύναμης, του θάρρους, της ειλικρίνειας και της εντιμότητας. Οι άντρες που χρειάζονται οι κοινωνίες στην Ελλάδα και αλλού είναι αυτοί που καταφέρνουν να συνειδητοποιήσουν ότι το δικαίωμα στην επιθυμία, τη δουλειά, τη δημιουργία δεν είναι το μονοπώλιο ενός φύλου μόνο και η κοινωνική αναγνώριση ή η συμπερίληψη δεν είναι ζήτημα ποσόστωσης.
