Οι μέρες μύριζαν φρέσκο αέρα. Ειδικά τα βράδια, όταν η πόλη ησύχαζε. Αλλά κάτι δεν ήταν σωστό. Το ένιωθε, ακόμα και όταν αργά το βράδυ έβγαινε στο μπαλκόνι για να χαλαρώσει από τον κάματο της ημέρας, ακόμα και την ώρα που ετοίμαζε τη βαλίτσα των -πολυπόθητων- διακοπών. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
Ή, μάλλον, σχεδόν τίποτα δεν πήγαινε καλά. Μέσα από τις ρωγμές της ημερήσιας ρουτίνας αναδιδόταν μια απειλή, τόσο παράταιρη με την εποχή. Θα έπρεπε να αισθάνεται αλλιώς: κάπως πιο ελπιδοφόρα -έστω και εξαιτίας της ψευδαίσθησης ότι η ολιγοήμερη απουσία από την πόλη και η θάλασσα μπορούν να κάνουν ένα μικρό θαύμα-, να απολαμβάνει τα καλοκαιρινά απογεύματα, που φέτος, και μέχρι τα μέσα Ιουλίου, δεν ήταν τόσο ζεστά ούτε τόσο αποπνικτικά. Το φετινό, λόγω καιρικών συνθηκών, ήταν πράγματι καλοκαιράκι – με τη γλύκα που έχει αυτό το υποκοριστικό: σαν ένα μπολ με φρέσκα φρούτα, σαν χωνάκι παγωτό συντροφιά στη βόλτα στο Θησείο, σαν ήχος από τζιτζίκια το μεσημέρι, τόσο όσο.
Και όμως, μια αδιόρατη απειλή πλανιόταν στον αέρα. Μερικά ήταν γνωστά και γεωμετρικά επιδεινούμενα: ενεργειακή κρίση και προειδοποιήσεις για τον δύσκολο χειμώνα που θα έρθει -λες και ο προηγούμενος ήταν εύκολος, κάτι πολύ κοντά στο ιδανικό…-, επισιτιστική κρίση, που εκτός από τα γνωστά θύματά της τώρα μάλλον επικρέμαται και πάνω από τα δικά μας κεφάλια, ένας πόλεμος που μάλλον κανείς δεν ήθελε να τελειώσει, εκτός ίσως από τους εκτοπισμένους. Και ο φόβος της φτώχειας γύρω της με τις ειδήσεις για τον τιμάριθμο να δημιουργούν ίλιγγο. Οι άνθρωποι στο σουπερμάρκετ, που στέκονταν μπροστά στα ράφια, υπολόγιζαν το κάθε τι, έπιαναν και άφηναν προϊόντα και βασικό κριτήριό τους ήταν η τιμή. «Κι άλλο ακρίβυνε αυτό…», ψιθύριζαν μεταξύ τους. Ή «θα πάρω τώρα ένα και αν τελειώσει, βλέπουμε».
Αλλά εκείνο το βράδυ, με ένα μεγάλο φεγγάρι πάνω από το κεφάλι της, που θα προτιμούσε να το βλέπει από κάποιο νησί ή έστω σε μια παραλία ή σε μια ορεινή ανοιχτωσιά, υπό τους ήχους του τραγουδιού ενός γρύλλου -γιατί έτσι πρέπει να γίνεται τα καλοκαίρια, για να μπορείς να αντέξεις τους χειμώνες που επέρχονται (με όλο το μέγεθος της προειδοποίησης για κίνδυνο που κρύβει αυτό το ρήμα)- ζύγιζε απειλές.
Κρύωνε λίγο, μπορεί από τη βραδινή δροσιά, μπορεί και από την κούραση -η άδεια, άδεια, αλλά και τα τρεξίματα, τρεξίματα- αλλά δεν ήθελε να μπει μέσα. Αυτή η αίσθηση του κρύου τής φαινόταν πιο ταιριαστή με το έσω συναίσθημα. Κάτι αντίστοιχο με τη θλίψη των Χριστουγέννων, όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να προσαρμοστούν στην υποχρεωτική χαρά. Αυτήν τη σύγκρουση της εποχής με το περιβάλλον και τις προβλέψεις ή τις «προβολές», όπως θα έλεγαν οι ειδικοί, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον.
«Ας ήμουν μικρό παιδί» είπε. «Ας ήμουν έστω και για λίγο». Χρειαζόταν μια βουτιά στο τότε που όλα είναι απλά και για όλα φροντίζουν άλλοι. Γέλασε λίγο με το παιδί που θυμόταν ότι ήταν. Αλλά εκείνο το βράδυ ήθελε να γυρίσει πίσω. Μήπως αισθανθεί τη λαχτάρα των ξένοιαστων διακοπών -το βράδυ πριν από το ταξίδι η μαμά δεν μαγείρευε, πήγαιναν για φαγητό στην πιτσαρία της γειτονιάς κι εκείνη από την προσμονή δεν κοιμόταν ποτέ… Και το μόνο που την απασχολούσε ήταν πώς μετράνε τα μπάνια. Μονά ή διπλά αν πας στη θάλασσα και το απόγευμα; Γιατί με τα παγωτά το θέμα ήταν λυμένο.
Μπήκε στο σπίτι όταν πια δεν άντεχε να κρυώνει άλλο. Πάνω στην καρέκλα έχασκε η βαλίτσα, σχεδόν άδεια. Μέσα είχε μια πετσέτα και δυο μαγιό. Το ένα καινούργιο – μία φορά το είχε βάλει πέρυσι, αγορά στο τέλος του καλοκαιριού. Η ανάμνηση εκείνου του μπάνιου τής έφερε κάτι σαν λύπη. Εβαλε μέσα στη βαλίτσα τα σανδάλια της. «Αύριο θα τη φτιάξω», είπε. Και πήγε για ύπνο.
