Aυτό που ζήσαμε το Σάββατο το βράδυ στο Νοσοκομείο «Γεώργιος Γεννηματάς», που εφημέρευε, ξεπερνά κάθε φαντασία, ήταν η απαξίωση, ανάγλυφα, της κυβέρνησης προς το δημόσιο σύστημα υγείας, μια πραγματική κόλαση για τους ασθενείς και τους συνοδούς τους. Δεκάδες άνθρωποι στοιβαγμένοι, παστωμένοι, κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλο να προσπαθούν να βρουν μια άκρη με το πρόβλημά τους, και οι γιατροί να μην προλαβαίνουν να ανταποκριθούν. Φωνές, βογγητά, κραυγές πόνου, σε έναν διάδρομο όπου δεν έπεφτε φύλλο.
Προμηθευτείτε χαρτάκι προτεραιότητας έλεγαν οι του νοσοκομείου. Προμηθευτήκαμε. Και μετά άρχιζε το βάσανο της αναμονής. Ολοι οι διάδρομοι κατειλημμένοι από φορεία με ασθενείς που δεν μπορούσαν να μετακινηθούν μόνοι τους. Ο ένας με σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα, ο άλλος με καρδιακό επεισόδιο, να μην μπορούν να πάρουν ανάσα, να εκλιπαρούν να τους δει ένας γιατρός, ένας νοσοκόμος τουλάχιστον. Φορεία που μετέφεραν οι ίδιοι οι συνοδοί γιατί τραυματιοφορείς δεν υπήρχαν. Δυο-τρεις ήταν αδύνατο να μεταφέρουν τους δεκάδες ασθενείς.
Φτάσαμε εκεί στις τρεις το απόγευμα. Επρεπε να γίνουν εξετάσεις καρδιολογικές. Με χίλια ζόρια έγινε ένα καρδιογράφημα, μια ακτινογραφία, εξετάσεις αίματος, τεστ κόβιντ γιατί αλλιώς κανείς δεν γινόταν δεκτός – τα αποτελέσματα των δύο εξετάσεων γίνονταν γνωστά μετά από πεντέμισι ώρες. Στις εννιάμισι το βράδυ μαζέψαμε όλες τις εξετάσεις και μας είπαν να πάμε στο Παθολογικό, όπου και θα παίρναμε τις τελικές ιατρικές συστάσεις. Φτάσαμε σε έναν μακρύ διάδρομο και βρεθήκαμε στη βομβαρδισμένη Ουκρανία. Περιστατικά κάθε λογής: άλλα απαιτούσαν άμεση επέμβαση και οπωσδήποτε υπήρχε προτεραιότητα.
Οσοι είχαν αναπνευστικά προβλήματα ή με την καρδιά τους ή είχαν μικρά εγκεφαλικά ήσαν αραδιασμένοι στα φορεία, τα οποία ήσαν κολλημένα το ένα με το άλλο και αυτοί ήσαν οι ασθενείς φορείου, ενώ οι άλλοι καλούνταν περιπατούμενοι όπως φώναζε ένας φύλακας ή περιπατητικοί, όσοι δηλαδή ήσαν σε θέση να κινούνται μόνοι τους. Ατέλειωτες οι ώρες της αναμονής. Αρχισαν να ακούγονται κραυγές διαμαρτυρίας, ένας ηλικιωμένος έπαθε ανακοπή περιμένοντας στην ουρά και μόνο τότε εδέησαν να του κάνουν ανάνηψη και να τον διασωληνώσουν.
Αίσχος, φώναζαν οι περισσότεροι, έλεος, άλλοι, μα οι γιατροί δεν ήσαν αρκετοί να τους δεχτούν όλους. Τραγικά ελλιπές το ιατρικό αλλά και το νοσηλευτικό προσωπικό. Γράψτε κάτι, λέει μια κυρία, που περιμένει στωικά. Στο μεταξύ οι ώρες περνούν. Μεσάνυχτα, μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι το πρωί. Εκείνη την ώρα μας καλούν οι παθολόγοι, αλλά η οδύσσεια συνεχίζεται. Απαιτούνται κι άλλες εξετάσεις για να γίνει η εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο. Φτάνει οχτώ η ώρα το πρωί της Κυριακής για να εξεταστούν άνθρωποι που είχαν προσέλθει από τις έντεκα πρωί Σαββάτου (!) Ενας κύριος με τη μητέρα του κοντεύει να κλείσει εικοσιτετράωρο, περιμένοντας να την εξετάσουν οι γιατροί. Θέλουν να απαξιώσουν το Δημόσιο, για τούτο και δεν ενδιαφέρονται, δεν τους νοιάζουν οι διαμαρτυρίες, ωθούν με την απαξία τους τους ασθενείς, όσους μπορούν, στους ιδιώτες. Ας πάνε στις εφημερίες ο Πλεύρης και ο πρωθυπουργός. Και ας τολμήσουν μετά να μιλήσουν.
