Ισχυρίζονται μερικοί πως ό,τι διακρίνει τον καθένα δεν είναι η συνείδησή του αλλά το εσωτερικό του χάος -η συνείδηση είναι μια κάποια επικοινωνία που δεν έχει σχέση με την ολότητα του ανθρώπου, για τούτο και δεν βρίσκει έναν λόγο όταν επικρατεί το αδιανόητο. Βέβαια έχει σημασία ο χαρακτήρας στις κοινωνικές σχέσεις, αλλά αυτός καμιά φορά είναι αναγκασμένος να ενδύεται χίλιες μάσκες, ώστε να καταφέρει να ξεγελάσει και την εξουσία, την κοινότητα και το κράτος, αυτό το απεχθές τέρας. Χωρίς τη συνείδηση ασφαλώς δεν θα υπήρχαν οργανωμένες κοινωνίες, συγκροτημένος πολιτικός βίος, Σύνταγμα και λοιπά θεσμικά που μας αποτρέπουν [όχι όλους] από αποτρόπαια εγκλήματα. Η φτωχή σε νόημα συνείδηση δεν επαρκεί να ερμηνεύσει τον πόνο, το πάθος και το πένθος, άσε δε που τα αγνοεί αυτά και ωθεί τον καθένα να προχωρήσει αφήνοντας πίσω το αίσθημα.
Τα όρια μεταξύ πλαγκτού και νου δεν είναι ευδιάκριτα εντούτοις· άλλες φορές κατισχύει ο νους, ο ορθολογισμός και άλλες ο θυμός, η έκ-σταση. Στην πρώτη περίπτωση γίνονται αποδεκτά από την πολιτεία και την κοινωνία -και αυτό είναι η μεγάλη ειρωνεία- πολλά ανορθολογικά στοιχεία του βίου, σκοτεινά, απρόβλεπτα, επικίνδυνα για τη συνύπαρξη, εξευτελιστικά για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου -του είδους που υποτίθεται έχει ξεφύγει από τον πίθηκο.
Ενοχλούσαν τον Όσκαρ Ουάιλντ προς το τέλος της ζωής του ρωτώντας τον αν μπορεί ή δεν μπορεί πλέον να γράψει. «Άνθρωποί μου -τους απαντούσε- βεβαίως και μπορώ να γράψω, έχει χαθεί πλέον, όμως, η χαρά της γραφής». Αν φύγουν οι δονήσεις, η συγκίνηση, η ευεξία, εάν πάψεις να γράφεις με το αίμα ή με τα νεύρα, εάν το δέρμα σου [η γραφίδα] δεν είναι το κέντρο [ή το άπειρο] του κόσμου, γράφεις απλώς για να γράφεις, για το μεροκάματο δηλαδή και αυτό δεν είναι καλό για τον συγγραφέα, ούτε όμως για τον αναγνώστη. Έρχεται όμως καταλυτικά η συνείδηση και σε επαναφέρει στη λειτουργικότητα της γραφής και στα απρόσμενα που ακόμη κουβαλάει μέσα της, κινούμενα -άλλο παράδοξο- από τις εκρήξεις που συμβαίνουν στο βάθος, μέσα σου. Δεν έχεις τι να πεις.
Είναι στιγμές που η ζωή είναι ανήφορος ή κατήφορος -ποτέ ευθεία, να ξεκουραστεί λίγο το σώμα, να «αναπνεύσει» κάπως η ψυχή, να βαδίσεις βραδέως, να μυρίσεις τις ευωδιές της γης, να ακούσεις τη μουσική της, να αισθανθείς τον ήλιο, το κρύο, τη δροσιά των εποχών, το ρίγος του φωτός, να αγγίξεις το φως και τον άνεμο, τη φωτιά και το χώμα, να νιώσεις ανάλαφρος και να λοιδορήσεις τη βαρύτητα [να χορέψεις δηλαδή] -να πετάξεις μόνο στα όνειρά σου [αν μπορείς να ονειρεύεσαι] μπορείς. Ο πόνος ματώνει την καρδιά· η ψυχή δεν είναι ασπαίρουσα πια -μόνο αιμάσσουσα.
Κατανοώ ότι είναι ευάριθμοι όσοι ισχυρίζονται τα παραπάνω -είναι πιθανό όμως και να μην είναι· ούτως ή άλλως δεν έχει σημασία.
