Παίρνουν τηλέφωνο δυο φίλοι και μας προσκαλούν σε τραπέζι, παραμονή Χριστουγέννων. Βαρύθυμα κάπως, αλλά οι φίλοι είναι καλοί, αποδεχόμαστε. Αγνοώντας τι συμβαίνει στην αγορά, τέλος πάντων εκεί έξω, ρωτάω εάν θα βρούμε εύκολα τραπέζι, να μην ταλαιπωρούμαστε, ανάμεσα στις άλλες τόσες ταλαιπωρίες. Να μην ανησυχούμε, οι φίλοι είχαν κάνει κράτηση. Φτάνουμε στις δέκα και μισή. Ψυχή στο μαγαζί. Σιγουρευόμαστε ότι δεν έχουμε κάνει λάθος και ρωτάμε τον μαγαζάτορα. Καλά είμαστε, το τραπέζι είναι αυτό. Μας κερνάει μια ρακή για να ζεσταθούμε. Ερχονται σε λίγο και οι φίλοι. Περνάει η ώρα. Ουδείς άλλος προσέρχεται.
Κοιταζόμαστε και αρχίζει ο αυτοσαρκασμός. Ευτυχώς, λέω, που κάνατε κράτηση -θα μέναμε νηστικοί απόψε. Το γέλιο ξεσπάει αυθόρμητα στην τετραμελή παρέα. Εως αργά τη νύχτα, παραμείναμε μόνοι μας. Φωνάξαμε, βέβαια, κάποια στιγμή και τον ιδιοκτήτη και μας συντρόφεψε, αποδείχτηκε δε κελεπούρι, απαγγέλλοντάς μας από στήθους δεκάδες ποιήματα που έχει υπό έκδοση. Κι έτσι εξελίχθηκε η βραδιά σε ώρες ποίησης και ελαφρών αστείων για την «περιπέτεια» που βιώναμε -πραγματικά ήταν μια περιπετειώδης βραδιά ησυχίας και απομόνωσης, που, είναι αλήθεια, δεν την προσμέναμε και μας αιφνιδίασε ευχάριστα.
Δεν είναι εύκολο
ούτε σου τυχαίνει κάθε μέρα,
να ζήσεις ένα κενό πληρότητας
[ή μία πληρότητα κενού].
Τι έγινε εκείνο το βράδυ ουδείς ήταν σε θέση να το ερμηνεύσει, τέτοια μάλιστα γιορτινή μέρα. Δύο μεσήλικοι μετά των συντρόφων τους βρήκαν την ευκαιρία να μην ενοχλούνται από τη φασαρία των διπλανών, όσο κι αν αυτή η ηχορύπανση είναι ευεργετική μερικές φορές. Κουβέντα επίσης για τη μεγάλη [μου] απώλεια -αυτός ήταν εξάλλου και ο στόχος των φίλων: να ξεχαστώ, να [ξανα]χαμογελάσω, έστω και υπό πίεση. Ολα κύλησαν απρόσμενα, υπέρ το δέον καλά. Είπαμε κι άλλα, εντάξει· για τους ανεμβολίαστους και πόσες γνωστές ψυχές χάθηκαν, για τους έξαλλους της κυβέρνησης, που δεν παύουν να αυτοθαυμάζονται για το πόσο καλά τα πήγαν με την πανδημία [δεν ντρέπεται κανένας τους], για το ευτελές αστείο του Μόσιαλου [πώς δηλαδή η μήτηρ του Χριστού τεκνοποίησε άνευ σεξουαλικής συνεύρεσης] και την αγανάκτηση των υπουργών της κυβέρνησης, καθώς και των ιεραρχών [αυτό δα έλειπε], για τον θλιβερό Στάθη Παναγιωτόπουλο… κι άλλα, πολύ συνοπτικά όμως -και με συγκατάβαση για όλους και για όλα. Ε, γιορτινές μέρες, οφείλει κανείς να δείχνει γαλαντόμος και γενναιόδωρος σε ανθρώπους και σε καταστάσεις που φτιάχνουν οι άνθρωποι.
Καληνυχτιζόμαστε. «Ευτυχώς -επαναλαμβάνουν οι φίλοι- που μας έκοψε και πήραμε τηλέφωνο να κρατήσουμε τραπέζι. Δεν θα ξέραμε πού να χωρέσουμε τα σαρκία μας απόψε». Ευτυχώς δεν θα πει τίποτα. Ιδέα δεν έχω τι συνέβη στα υπόλοιπα μαγαζιά της Αθήνας· κάτι για πολυκοσμία άκουσα στην τηλεόραση, αλλά η τηλεόραση δείχνει ό,τι βολεύει τους καναλάρχες και την κυβέρνηση. Ο φόβος και ο πανικός [και η φτώχεια] είναι εδώ, δίπλα μας, μα πολύ δίπλα μας.
