Δεν έχουν ανάγκη το θρόισμα των καιρών οι παιδικές φιλίες για να λάμψουν και να συγκινήσουν τον εσωτερικό κόσμο, ειδικά όταν αδιαφορούν για την ξεχωριστή πορεία του καθενός, εννοείται όταν δεν επηρεάζονται από «κατακτήσεις» και κοινωνικά τάχα αξιώματα. Είναι ριζωμένες στα πρώτα ερεθίσματα, στα πρώτα αλαφιάσματα, στην πρώτη «ανάγνωση» του περιβάλλοντος κόσμου, στις πρώτες κοινές σχεδόν εμπειρίες, στα πρώτα [ερωτικά, κυρίως] καρδιοχτυπήματα. Μένει κανείς εμβρόντητος αναγνωρίζοντας το χώμα και το νερό που έχει θρέψει αυτές τις ρίζες.
Δροσίζονται από το αεράκι του νόστου οι παιδικές φιλίες, προκαλούν ρίγος στον χώρο και τον κόσμο όταν ξυπνάνε και θάλλουν στην ατμόσφαιρα και στο φως, στη μουσική της συμμέθεξης και της ανατριχίλας, στην ανηλεή τρυφερότητα του χρόνου. Ξαναγίνεται νέος κανείς, ξαναγεννιέται όταν βρεθεί ανάμεσα σε παιδικούς, σταθερούς φίλους. Εικόνες πολύτιμες, ξεθωριασμένες μεν, καθαρότατες δε, περνάνε από μπροστά σου οι πρώτοι μικροί θεοί, με τους οποίους είχες συνομιλήσει τότε, εμφανίζονται αθώοι αλλά σκληροί, αυστηροί αλλά και παιγνιδιάρηδες – λυτρωτές του χωροχρόνου και της αγωνίας που δεν λέει να κοπάσει ή να απομακρυνθεί από τα σπλάχνα.
Μνήμες κεντρίζουν το νευρικό και μυϊκό σύστημα, ο οργανισμός αναστατώνεται, το δέρμα ανατριχιάζει και ψάχνει να βρει τα όριά του και τη συμπαντική του λειτουργία -χορεύει ο οργανισμός, φουντώνει η φλόγα της γλυκιάς ομιλίας, η θερμοκρασία σωμάτων και ψυχών γίνεται φυσική και χαρούμενη· θάλλει το ρίγος [και η Ιστορία].
Ο ορίζοντας επαναποκτά το μάκρος του [και το χάος του]. Αυτό που οι παιδικές ψυχές είχαν δει ή και ορίσει, μακριά από επιστήμες και φυσικούς νόμους· εγγίζουμε τον ορίζοντα, τον ψηλαφούμε, παίζουμε μαζί του, του βγάζουμε τη γλώσσα -τι να λέμε τώρα! Ο κάμπος απλώνεται ώς πέρα, μακριά και τόσο κοντά μας, τα χωράφια [κυρίως εκείνα της ψυχής] ποτίζονται και γίνονται πιο γόνιμα από ποτέ κι εμείς, οι καλλιεργητές, ξεχνάμε πόνους και καημούς, έστω για λίγο. Μέσα σε αυτό το λίγο κρύβεται και σπαρταρά η παιδική ηλικία, το πρώτο ψυχανέμισμα των καιρών και των υδάτων -είναι σαν να ξαναμπαίνει κανείς στη μήτρα της μάνας του και να ξαναβρίσκει την αθωότητα και την ηρεμία -[την ευτυχία, την κολύμβηση στην ανεμελιά και στο χαμόγελο της ειρήνης].
Τι ωραία που περνάει η ώρα με τους παιδικούς φίλους, πόσο γλυκαίνει η ατμόσφαιρα και ο καιρός και πόσο χάνεται η έννοια του χρόνου, του αδυσώπητου βέβαια. Τι ωραία που είναι η μουσική από το τσούγκρισμα των ποτηριών και πόσο ανατατικά μας συντροφεύει ο αλύγιστος κι ανέπαφος από συστημικότητα θεός Διόνυσος. Το χάος τιτρώσκει τη λογική [συμβαίνει εντούτοις και το ακριβώς αντίθετο -δεν παύουν αυτά τα μυστήρια]. Η απλοσύνη του κάμπου μπαίνει μέσα μας, ανακουφιστικά και καταπραϋντικά. Αγία, ευ-λογημένη απλοσύνη· και απλότητα.
