Κάθομαι στην Τσιχράντα, μια αμμουδιά της βορειοδυτικής Λέσβου, απέναντι από το ακρωτήρι Μπαμπάς της Μικράς Ασίας. Οταν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, σου επιτρέπει να δεις τα σπίτια του τούρκικου χωριού. Με γυμνά μάτια ξεχωρίζεις κι ένα συγκρότημα θερινών κατοικιών, στοιχισμένων σε μια μικρή πλαγιά.
Κι όμως η μικρή απόσταση δεν επιτρέπει στους κατοίκους των δύο πλευρών, Ελληνες και Τούρκους, να επισκέπτονται ο ένας το χωριό του άλλου. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν με αφήνουν να πάρω τη βάρκα μου και σε μισή ώρα να βρεθώ απ’ το χωριό μου, το Μπεχράμ, στη Σκαμιά», μου έλεγε πριν από μερικά χρόνια ένας Τούρκος βαρκάρης. Πάνω στον χάρτη η απόσταση έχει πλάτος όσο δυο δάκτυλα. Αν κλείσεις τα μάτια, δεν ξέρεις σε ποια απ’ τις δυο στεριές βρίσκεσαι. Παντού πέτρινα κτίσματα, χτισμένα απ’ τους ίδιους μαστόρους, γύρω απ’ τα χωριά, ελιές ώς κάτω τη θάλασσα. Ούζο εδώ, ρακί εκεί, θαλασσινοί μεζέδες, γκιουσλεμέδες, ντολμαδάκια, μπουρέκια.
Λίγο πιο βόρεια είναι η Εφταλού, η αγαπημένη παραλία του Βενέζη. Σ’ αυτή διάλεξε να φτιάξει το σπίτι, την κούλα του. Να βλέπει καθημερινά, τα καλοκαίρια που παραθέριζε, την αγαπημένη του γη· τη γη της Μικράς Ασίας, την Αιολική Γη, τις κορφές των βουνών, τα Κιμιντένια Ορη. Πώς άντεξε, ώς το τέλος της ζωής του, και δεν επισκέφθηκε την πατρογονική γη, το πατρικό του σπίτι στο Αϊβαλί, τα κτήματα της οικογένειας, τους μεράδες καθώς λέμε. Στην κούλα της Εφταλούς φιλοξενούσε τα καλοκαίρια τους φίλους του, έγραφε χρονογραφήματα κι επιφυλλίδες για τις αθηναϊκές εφημερίδες. Κι εκεί κοντά, κατά την επιθυμία του, θάφτηκε.
Ως κι ο καφές στην ταβέρνα του Αντώνη μυρίζει Ανατολή, άμα το θες. Ακουμπώ το κουπάκι του καφέ στο πέτρινο τοιχαλάκι κι η ματιά μου ακολουθεί το πέταγμα των γλάρων. Πάνε κι έρχονται ανάμεσα στις δυο στεριές· του νησιού και της ασιατικής ακτής. Διαβατήριο η αιγαιοπελαγίτικη καταγωγή τους, πατρίδα οι βραχονησίδες κι ο ουρανός, σύντροφοι των κυμάτων και των ψαράδων. Ακολουθάνε τις τράτες στα ψαρέματα, και παρακολουθούνε το καλάρισμα των διχτυών.
Περισσότερο νοιάζονται για το μάζεμα και το ξεψάρισμα των διχτυών. Γιατί γνωρίζουν, έχουν μάθει στο σχολειό της θάλασσας, ότι οι ψαράδες θα τους ρίξουν οπωσδήποτε ψάρια, το μερίδιο που δικαιούνται. Ετσι πάντα σχηματίζεται σμήνος γλάρων πίσω από τις ψαρόβαρκες. Κάποιοι απ’ αυτούς ξεμακραίνουν απ’ τους άλλους, ζούνε μοναχικά· σαν τον γλάρο Ιωνάθαν. Διαλέγουν ένα βραχάκι, στην άκρη του γιαλού, και από κει παρακολουθούνε τον κόσμο, τη ζωή να κυλά, τη δική τους, αλλά και των ανθρώπων.
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
