Η διερεύνηση των θεμάτων που σχετίζονται με τη συγκρότηση ταυτότητας δεν έχει τελειωμό τις τελευταίες δεκαετίες. Διερεύνηση που προκύπτει μάλλον εξ ανάγκης, ως αποτέλεσμα των ραγδαίων και συνεχών μεταβολών στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι, αλλά και στο ιδεολογικό εποικοδόμημα που συναρθρώνεται πάνω σε αυτό. Ολα αλλάζουν τόσο γρήγορα, ώστε κάθε τόσο αισθανόμαστε την ανάγκη να καθορίσουμε τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες που σμιλεύουν την ταυτότητά μας, που καθορίζουν ποιοι είμαστε, ενδεχομένως και το πώς θα σκεφτούμε ή πώς θα δράσουμε υπό τη μία ή την άλλη συνθήκη.
Γι’ αυτό και οι συνεχείς στην εποχή μας σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης με στόχο να ποσοτικοποιηθούν οι προτιμήσεις και οι τρόποι σκέψης, οι νοοτροπίες, οι προσεγγίσεις, τα επιθυμητά και τα ανεπιθύμητα, οι ελπίδες, οι στοχεύσεις, οι προσδοκίες, οι φόβοι κάθε γενιάς. Σε παλαιότερα χρόνια, οι μεταβολές από τη μια γενιά στην επόμενη ήταν από ανύπαρκτες ως ανεπαίσθητα μικρές. Εξ ου και ο όρος «μακρύς χρόνος» (longue durée) που εισήγαγαν οι ιστορικοί της Σχολής των Ανάλ (Annales), ώστε να περιγράψουν τον ρόλο των μακροπερίοδων φαινομένων στη διαμόρφωση της Ιστορίας, για φαινόμενα είτε κλιματολογικά, είτε γεωλογικά, είτε δημογραφικά, είτε κοινωνικά.
Η πιο πρόσφατη από αυτές τις σφυγμομετρήσεις είναι της εταιρείας Κάπα Research: αφορούσε τη διερεύνηση των τάσεων και τη συγκρότηση ταυτότητας ανάμεσα σε δύο κατά σύμβαση κοντινών «γενιών», που αποτελούν τα νεαρά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας και συγκροτούν τις ηλικιακές ομάδες 25-39 ετών (γενιά Υ ή millennials) και 17-24 ετών (γενιά Ζ), αποκαλύπτει πολλά στοιχεία διαφοροποίησής τους από τις παλαιότερες γενιές.
Μόλις ένα ποσοστό 41% των δύο αυτών γενιών θεωρεί ότι η ταυτότητά τους προσδιορίζεται από το ότι είναι Ελληνες/Ελληνίδες, ενώ στον αντίποδα, ένα ποσοστό 31% δηλώνει ότι αισθάνεται πολίτης του κόσμου. Επιπρόσθετα, ένα ποσοστό μόλις 56% δηλώνει ότι πιστεύει στην Ελλάδα, ενώ, ακόμα χαμηλότερα, το 35% δηλώνει περηφάνια για τη 200ή επέτειο της Επανάστασης του 1821.
Επειτα απ’ όλα αυτά, το αθροιστικό ποσοστό 6% που θεωρεί ότι τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικοί προασπίζουν τα συμφέροντά του, μάλλον πρέπει να χτυπήσει ηχηρό «καμπανάκι» στο πολιτικό προσωπικό της χώρας. Το αντίστοιχο ποσοστό για τα ΜΜΕ είναι ακόμα χαμηλότερο, μόλις 1%, δηλαδή στα όρια του στατιστικού σφάλματος. Αλλά γι’ αυτό δεν χρειάζεται ειδική σφυγμομέτρηση. Το πιστοποιούμε καθημερινά στα δελτία ειδήσεων των τηλεοπτικών σταθμών. Αλλά και αυτό το 1% (αν δεν είναι στατιστικό σφάλμα) ας δει την πρόσφατη συνέντευξη του υπουργού Τουρισμού κ. Θεοχάρη στο BBC και μετά τα ξαναλέμε.
* (Ph.D.)2, αναπληρωτή καθηγητή Ιατρικής Φυσικής – Υπολογιστικής Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
