ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σπύρος Τζόκας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εκείνο το βράδυ στην πλατεία της Καισαριανής ήταν και το τελευταίο βράδυ του με την αγαπημένη του. Χαζοξενύχτι, πολιτική συζήτηση και τα σχετικά πειράγματα. Ισως και το κύκνειο άσμα της ανέμελης φοιτητικής ζωής. Ισως το τέλος μιας εποχής και η αρχή μιας άλλης. Ξενύχτι. Μέχρι περίπου το πρωί. Λίγες μέρες αργότερα, ένας μεγάλος έρωτας έφτασε στο τέλος του. Φόρεσε τα μαύρα γυαλιά για να μη φαίνονται τα μάτια του και πήρε τον δρόμο για το σπίτι του.

Την συνάντησε πάλι μετά από κάποια χρόνια. Αγνώριστη σχεδόν. Πολλές αλλαγές. Ψηλοτάκουνη γόβα, σχεδόν στιλέτο ή τέλειο στιλέτο. Ολα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω. Μαύρο ταγεράκι ανοιξιάτικο, στρας και ρέιμπαν γυαλιά. Κυρία με τα όλα της. Περπατούσε πάνω στα τακούνια της με το ανάλαφρο αυτό στιλ, το επιτηδευμένο, ίσως το «δήθεν» που απροσποίητα τραβάει την προσοχή. Κυρία και γκόμενα δηλαδή.

«Μη χαθούμε!» είπε. Χαθήκαμε για πάντα. Μας πήραν στο κυνήγι οι μπάτσοι και τα ΜΑΤ.

«Θυμάσαι που μας κυνηγούσαν στις διαδηλώσεις; Τρέχαμε σε διαφορετικές κατευθύνσεις και συναντιόμασταν πάντα στο γνωστό μας στέκι. Το θυμάσαι; Θυμάσαι που σου έλεγα από πού θα διαφύγεις για να μη χαθείς και χαθούμε; Αυτή τη φορά το ξέχασα». Παραμιλούσε, καθώς απομακρυνόταν.

«Τώρα τρέξαμε και πάλι σε διαφορετική κατεύθυνση, αλλά δεν συναντήθηκαν οι δρόμοι μας. Δεν θα μπορούσαν να συναντηθούν. Ηταν παράλληλοι».

«Μη χαθούμε!» Χαθήκαμε. «Εγώ φταίω. Δεν σου είπα αυτή τη φορά το δρόμο της διαφυγής. Ξέχασα».

Αστραπιαία πέρασαν όλα από το μυαλό. «Ολα τα τραγούδια μονάχα για σένα μάτια μου». Για εκείνα τα χρόνια της αθωότητας. Τότε που η κοπελιά με τις σαγιονάρες τού έδινε το τηλέφωνο. Σε χαρτάκι. Στους εφτά ουρανούς εκείνος. Σταθερό τότε τηλέφωνο μόνο και αυτό περιζήτητο. Εψαχνε για κανένα τηλέφωνο. Εβρισκε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες ή στο περίπτερο της γειτονιάς. Σχημάτιζε τον αριθμό. Τυχερός, το σήκωσε η ίδια. Αποφύγαμε μπαμπά και μαμά. Θα πήγαινε τζάμπα το τηλεφώνημα. Με το «εμπρός», το κλείναμε. Μιλούσε αρκετή ώρα. Παρακαλούσε να μην έρθει κάποιος και τον διακόψει. «Ποτέ δεν θα χωρίσουμε».

Στα πάρτι εκείνα με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέικ και αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς… παρασπονδίες. Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλουζ σε συνεννόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας.

Και μετά στα αμφιθέατρα και στους δρόμους, μεγαλώναμε, πολιτικοποιηθήκαμε, ανδρωθήκαμε. Μίκης, Μάνος, Θάνος και ο δικός μας ο Αντώνης, Πανεπιστήμιο, ταξίδια, βιβλία, συναυλίες, διαδηλώσεις, Πανσπουδαστική, Ρήγας, ΠΠΣΠ και ΑΑΣΠΕ, πράματα και θάματα. Πενιές-ριπές στο «Χάραμα» με Τσιτσάνη και Μπέλλου και της γερακίνας το γιο και τον απόκληρο.

Πόσα άλλαξαν σε τόσα λίγα χρόνια.

Και εκείνο το όνειρο που έλεγε το κορίτσι; Αλλαξε και αυτό.

* πανεπιστημιακός-συγγραφέας