Η πόλη ήταν γκρίζα. Μάρτιος, αλλά δεν ήταν άνοιξη. Ο χειμώνας πέρασε αλλά δεν ήταν χειμώνας. Ούτε οι γιορτές, γιορτές, ούτε οι απόκριες, απόκριες.
Και τι σε νοιάζει εσένα; Ούτε μασκαρεύεσαι ούτε σε πάρτι πας. Μόνο κάτι μεγάλες, ατελείωτες βόλτες σου αρέσουν, στα στενά της πόλης, ειδικά τα βράδια, όταν όλοι ησυχάζουν και οι γωνιές των δρόμων κάτω από τα κίτρινα φώτα των φανοστατών, έτσι, με λίγη φαντασία, παίρνουν χρώμα νέο ή βαθαίνει το αδιάφορο πρωινό τους. Και με λίγη ψιλή κουβέντα, αστεία που είναι μόνο εσωτερικής χρήσεως και σοβαρές συζητήσεις που θα μπορούσαν να προβληματίσουν όσους πιστεύουν μόνο όταν ερευνούν, παίρνεις ένα μετρό, ένα ταξί, το αυτοκίνητο και επιστρέφεις σπίτι.
Ολόγιομη. Σαν πανσέληνος. Κι ας είχε λίγο κρύο και υγρασία πολλή και τα μαλλιά σου μοιάζουν με σπείρες από κλωστές.
Σου αρέσουν και τα ήσυχα μέρη, όπου μπορείς να μοιραστείς ένα κρασί στα δυο ή στα τρία και να γελάσεις ή να συγκινηθείς, να αγκαλιαστείς και να πεις αυτά που δεν θα έλεγες αλλού, αυτά που η καθημερινότητα δεν αφήνει να φανούν.
Αλλά θυμάσαι και την τελευταία φορά που άκουσες μουσική ζωντανά, και τραγούδησες μαζί με άλλους, πολλούς. Που άνθρωποι σε έκαναν να συγκινηθείς με τα γνώριμα και να ονειρευτείς με τα καινούργια. Αλήθεια, πότε ήταν; Η ημερομηνία δεν έχει γραφτεί πουθενά… Μόνο η ανάμνηση ενός συναισθήματος σε τυλίγει πότε πότε. Γιατί ένα τραγούδι δεν είναι ποτέ μόνο ένα τραγούδι. Οι νότες δεν είναι μόνο νότες. Είναι κάτι μεγάλο και βαθύ, που παίρνει νόημα μέσα στους κύκλους της ζωής, μέσα από εκείνο το βασανιστικό βίωμα που, ακόμη και αν έχεις πονέσει, σου λέει ότι ζεις. Οτι αξίζει να ζεις.
Η πόλη είναι γκρίζα. Τα απομεινάρια μιας γιορτής για λίγους, ενώ οι πολλοί υποφέρουν, είναι διάσπαρτα παντού. Η πόλη είναι καθαρή – ελάχιστοι την περπατούν, δεν κινδυνεύει να τη λερώσουν. Κι αυτοί που περπατούν, βιάζονται, τρέχουν, να πάνε στη δουλειά – αν έχουν, αν μπορούν, αν δεν γίνεται αλλιώς. Τα πρόσωπά τους δεν θυμίζουν πρόσωπα. Δεν κοιτάζονται μεταξύ τους, αποφεύγουν να μιλούν, απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο.
Είσαι κι εσύ ένας από αυτούς. Βιάζεσαι να φτάσεις στη δουλειά. Λίγα μέτρα δρόμος είναι, χρόνο για να αρχίσει η βάρδια σου έχεις, αλλά βιάζεσαι. Φοράς ένα βαρύ πανωφόρι –Μάρτης είναι αλλά κάνει κρύο– και σχεδόν τρέχεις. Αρχισε να ψιχαλίζει και κάνει παγωνιά. Ψυχή στον δρόμο κι ας είναι εννιά το πρωί. Μόνο ο υπάλληλος του φαρμακείου που βγήκε να πάρει λίγο αέρα. Και μετά ένα μηχανάκι κούριερ, που χάθηκε πριν προλάβεις να το δεις.
Στρίβεις στο στενό και, όπως περπατάς, γλιστράς λίγο. Για να μην πέσεις πιάνεσαι στον κορμό μιας νεραντζιάς. Στέκεσαι, έχεις τρομάξει κάπως, έτσι αφηρημένη και σκεφτική που είσαι… Πού χάθηκες πάλι;
Βρέχει, ψιχαλίζει, αλλά δεν βρέχεσαι. Αυτό που πέφτει απαλά στο βαρύ πανωφόρι σου δεν είναι νερό. Είναι τα λουλούδια του αειθαλούς δέντρου. Μικρά, λευκά, αρωματικά. Ταράχτηκε κι αυτό με την τρομάρα σου και τα αφήνει να πέσουν.
Κοιτάζεις ανάμεσα στα φύλλα. Ολα είναι εκεί, και οι πορτοκαλί καρποί και τα λευκά λουλούδια – παράλληλα κινείται ο κύκλος της ζωής. Το ώριμο με το νέο, το νεράντζι με το λουλούδι.
Και τι μυρωδιά…
Κοιτάζεις όλο το μήκος του δρόμου, τα ψηλά κτίρια, τα κλειστά καταστήματα. Ολα μουντά, άχρωμα, γκρίζα. Κοιτάζεις και τα δέντρα, μια μακριά σειρά από νεραντζιές που άνθισαν και φέτος, ερήμην όλων. Που άντεξαν ερήμην και σε πείσμα όλων.
Μα, πότε άνθισαν; Μέρες κάνεις αυτήν τη διαδρομή, δύο φορές την ημέρα πας κάτω-πάνω αυτόν τον δρόμο, πώς δεν το πήρες είδηση; Η άνοιξη είναι εδώ, σκέφτεσαι, αρκεί να θέλεις να την δεις. Είναι από πράσινο σκούρο, πορτοκαλί και λευκό. Και έχει άρωμα εσπεριδοειδών. Να μπορούσες μόνο να το μοιραστείς…
