Ωρες τώρα έκανε εκκαθάριση στις ντουλάπες. Είχε πιαστεί. Σεντόνια, κουρτίνες, γιορτινά τραπεζομάντιλα, κουτιά από παλιά κινητά τηλέφωνα που περιείχαν μόνο καλώδια και ακουστικά, μαλλί για πλέξιμο και καμιά δεκαριά άθικτα κουτιά νήμα για βελονάκι.
Τρία χρόνια η ίδια δουλειά, τρία χρόνια γέμιζαν τσάντες με πράγματα ή αντικείμενα, άλλα για ανακύκλωση, άλλα για χάρισμα σε όσους τα χρειάζονταν, άλλα απλώς για πέταμα.
Η μεγάλη μαύρη βαλίτσα έμεινε τελευταία. Είχε παλιές ιατρικές εξετάσεις, άχρηστες πια, παλιούς λογαριασμούς και αποδείξεις καταβολής σύνταξης από τον ταχυδρόμο και μερικά παλιά κομμάτια ύφασμα, κιτρινισμένα και φαγωμένα.
Ολα αυτά έπρεπε να πεταχτούν, κανείς δεν τα ήθελε, κανείς δεν τα χρειαζόταν.
Στον πάτο βρήκε και ένα υφασμάτινο σακούλι με κάτι παραλληλόγραμμο και σκληρό μέσα. Ελυσε το κορδόνι βαριεστημένα. Είχε κουραστεί, ήθελε να τελειώνει, τα χέρια της είχαν γεμίσει σκόνη.
Το σκληρό αντικείμενο στον πάτο της βαλίτσας ήταν ένα κόκκινο και μαύρο κουτί, από χοντρό χαρτόνι, φαγωμένο από τα χρόνια. Στο πλάι, μια ετικέτα με δύο κύκνους αριστερά και δεξιά, έγραφε μια μάρκα άγνωστη, πιθανότατα γερμανική: SCHWAN Brieftaschenstifte.
Το άνοιξε. Είχε ένα υφασμάτινο κορδόνι στα αριστερά που συγκρατούσε το καπάκι και μέσα ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Παλιές, πολύ παλιές.
Ενα αγόρι ντυμένο τσολιάς, που καμάρωνε μέσα στη στολή του – 1938 έγραφε πίσω και είχε μια αφιέρωση με καλλιγραφικά γράμματα στην «Αγαπητή γιαγιά». Ενας άνδρας με παχύ μουστάκι και φορεσιά ναύτη – επίσης το 1938. Μια παρέα με ένα λευκό σκυλί φωτογραφίζεται σε μια εξοχή – έτος 1957.
Ενα γυμνό μωρό μισοτυλιγμένο σε ένα σεντόνι πάνω σε ένα τραπέζι με ξύλινες ψαθωτές καρέκλες – χωρίς χρονολογία. Μια παρέα νεαρών με μαγιό – είναι σκαρφαλωμένοι σε ένα πεύκο στην παραλία και γελάνε. Δύο γυναίκες με καλοκαιρινά φορέματα σε μια αυλή – η μία τής θυμίζει τη γιαγιά της, τουλάχιστον όπως τη φανταζόταν στα νιάτα της: αφράτη, μελαχρινή, τσαχπίνα. Η άλλη είναι ξανθιά, λεπτή, χαριτωμένη.
Κι αυτήν τη θυμάται. Η αγαπημένη ξαδέλφη της γιαγιάς, η κολλητή της φίλη, που ερχόταν να τη δει τακτικά. Ωρες περνούσαν στο σαλονάκι πίνοντας καφέ.
Ενα νεαρό ζευγάρι, όπως αυτά των ταινιών με τον Φωτόπουλο και τον Αυλωνίτη σε πόζα φωτογραφείου: Εν Θεσσαλονίκη, 29/11/1947 – Προς την αγαπημένη μας γιαγιά.
Και ένα γράμμα. Ο φάκελος είναι σκισμένος στη μέση, δεν φαίνεται ο αποστολέας, μόνο μέρος της διεύθυνσης του παραλήπτη: Καραβουρνάκιον -…σαλονίκη. Δύο γραμματόσημα, τριών δραχμών και 50 λεπτών. Γράμματα μικρά, πυκνά, αραχνοειδή και καλλιγραφικά, τόσο που δύσκολα ξεχωρίζεις μερικά σύμφωνα, τα μ από τα λ και τ από τα π. Γραμμένο σε κόλλα αλληλογραφίας.
Το διάβασε αχόρταγα, χωρίς να μπορεί να τα καταλάβει όλα – δύσκολος γραφικός χαρακτήρας. Ο Λεωνίδας γράφει στη μητέρα και τις αδελφές του: βρήκε δουλειά, με λίγα χρήματα, είναι καλά, περιμένει νέα τους.
Ονόματα γνωστά, πρόσωπα άγνωστα…
Και μετά άλλος ένας φάκελος, με χαρτονομίσματα: δύο ταλαιπωρημένα των χιλίων δραχμών και ένα ολοκαίνουργιο των πεντακοσίων. Ετος έκδοσης, 1938. Ογδόντα τόσα χρόνια πριν. Χρήματα προπολεμικά, χρήματα χωρίς καμία αξία…
Σκέφτεται τους ανθρώπους των φωτογραφιών, τους κοιτάζει, τους ξανακοιτάζει, προσπαθεί να διακρίνει γνώριμα χαρακτηριστικά. Μέλη της οικογένειά της ήταν οι άνθρωποι αυτοί, τους ήξερε, άκουγε ιστορίες γι’ αυτούς, μικρές και μεγάλες.
Αλλά δεν τους γνωρίζει, κάποιους δεν τους πρόλαβε καν, άλλοι δεν υπάρχουν πια, φεύγουν σιγά σιγά και τα παιδιά τους.
Ψάχνει ξανά τις φωτογραφίες. Προσέχει μια κοπέλα με καλοχτενισμένα μαλλιά, σεμνό φόρεμα και λευκό γιακαδάκι. Κοιτάζει τον φακό, χαμογελάει ελαφρά.
Πίσω έχει γράψει: Εν Θεσσαλονίκη, την 12η/4/43. Εις Ανάμνησίν μου, Αθανασία.
Νιώθει μια παράξενη συγκίνηση. Ο,τι έχει μείνει από τους ανθρώπους αυτούς είναι μερικά ονόματα (η Κούλα, ο Λεωνίδας, η Αθανασία, η Ευγενία, ο Βαγγέλης, η γιαγιά Γιασεμή), οι πόλεις που έζησαν (η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Καβάλα), μισές ιστορίες, αστείες και θλιμμένες, και οι φωτογραφίες τους.
Α, ναι, και ένα γράμμα και δυόμισι χιλιάδες δραχμές προπολεμικές.
