Δυο πρόσφατες φωτογραφίες: Η πρώτη: μια κάτοψη του αρχαίου ανακτόρου της Πέλλας – που άρχισε να αναδύεται από το 1957. Θα είναι επισκέψιμο από το επόμενο καλοκαίρι, λέει η προϊσταμένη τής εκεί Εφορείας κ. Ελισάβετ Τσιγαρίδα. Η δεύτερη: «μια θάλασσα από ρούχα», κυρίως γυναικεία και παιδικά. Ετσι την περιγράφει ο κ. Κώστας Κωνσταντίνου, που την τράβηξε και την δημοσίευσε στην εφημερίδα Πολίτης. Αυτά τα ρούχα (και τα παράταιρα παπούτσια), ποτισμένα με την σκόνη 46 χρόνων, στο ερειπωμένο σήμερα Λύκειο Ελληνίδων της πόλης τους, οι κάτοικοι της Αμμοχώστου τα προόριζαν για τους πρόσφυγες της Κερύνειας. Πριν ο δεύτερος Αττίλας κάνει πρόσφυγες και τους ίδιους.
Δυο εικόνες παράταιρες, ενωμένες μέσα στην «ροή των ειδήσεων» που μας αφήνουν τόσο συχνά άναυδους και άναυδες μπροστά σε γεγονότα. Δύο «κατόψεις» χώρων μνήμης αντίστοιχες με αυτές που θα μπορούσαμε να συναντήσουμε σε κάποιο σύγχρονο μουσείο, όπου θα φιλοξενούνταν «ζωντανά» περιβάλλοντα και δράσεις. Γιατί σταμάτησα σε αυτές; Μήπως για να ενώσω τα «παράταιρα», όπως πρότεινε ο Λωτρεαμόν, όταν μιλούσε για τη, διάσημη έκτοτε, συνάντηση μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας; Ή μήπως αυτά τα υποτίθεται παράταιρα ταιριάζουν γιατί μπορεί να κατοικούνται από μία απουσία;
Εικόνες από την Πέλλα και την Αμμόχωστο. Δυο χώροι, ακάλυπτοι σήμερα. Τα ανάκτορο έζησε ως την στιγμή που η ήττα του Περσέα, του τελευταίου της δυναστείας των Αντιγονιδών, στην μάχη της Πύδνας, σήμανε το 168 π.Χ. το τέλος του κράτους του και προδιέγραψε την επικείμενη υποδούλωση της υπόλοιπης Ελλάδας το 146 π.Χ. Οι στρατιώτες του Αιμίλιου Παύλου όχι μόνον λεηλάτησαν αλλά και κατέστρεψαν το ανάκτορο, και όσα αυτό συμβόλιζε, σέρνοντας τον Περσέα στον θρίαμβό του. Τα ορατά στοιχεία της κάτοψης του χώρου, θα συνυπάρξουν αργότερα με τα αόρατα, αυτά δηλαδή που αν μπορέσει θα φανερώσει η ψηφιακή τεχνολογία: Την άνοδο και την πτώση των Μακεδόνων, και τον ζόφο της κατάκτησης.
Το Λύκειο Ελληνίδων Αμμοχώστου κατέληξε να είναι και αυτό ακάλυπτος χώρος. Η στέγη επάνω από την σκηνή έχει καταρρεύσει και οι μόνιμοι επισκέπτες είναι η οργή της φύσης και τα πουλιά. Για κάποιο λόγο όσα περιείχε το κτίριο, σημαντικό κέντρο πολιτισμού, αφιερωμένο στη μουσική, το θέατρο, τον χορό, αγνοήθηκε από τους εισβολείς, που διαμοιράστηκαν τα λάφυρα της πόλης. Η επίσκεψη στον χώρο είναι από πολλές απόψεις δύσκολη. Μένει όμως η πνευματική επίσκεψη, που είναι συχνά πιο ζωντανή από τα «ζωντανά» περιβάλλοντα και τις εγκαταστάσεις: ένας φόρος τιμής σε εκείνους που υπηρέτησαν την ομορφιά τις ώρες της ειρήνης και έδειξαν την αλληλεγγύη τους την ώρα της εισβολής. Η ζωή είναι πιο δυνατή από την καταστροφή της.
