Το ’χω πει και το έχω γράψει αρκετές φορές, αλλά δεν θα πάψω ποτέ να το επαναλαμβάνω. Σε αυτή τη χώρα λατρεύουν όλοι τα μνημεία, αλλά σιχαίνονται τη μνήμη. Οταν βέβαια κάποιος σιχαίνεται τη μνήμη και αυτά που πρέπει -ή δεν πρέπει- να θυμάται είναι σχετικά πρόσφατα, τότε δεν έχει να κάνει απλώς με μία αθώα αμνησία. Συνήθως ακουμπάει τα όρια του συμφέροντος. Είναι το κατά πόσο με συμφέρει ή δεν με συμφέρει να θυμάμαι, γιατί μπορεί εγώ –ο κάθε εγώ– να μην έχω και πολύ μεγάλο συμφέρον σε αυτή τη μνήμη επειδή μπορεί και να με εκθέτει…
Γι’ αυτό και εκνευρίζομαι συνήθως όταν ακούω διάφορους να μιλούν για το ότι πρέπει να ξεχάσουμε το χθες και όλοι μαζί να κοιτάξουμε το αύριο για το καλό της χώρας κ.λπ. κ.λπ…
Η χούντα δεν είναι τόσο μακριά και αυτοί που αντιστάθηκαν ή «παραδόθηκαν» αμαχητί σε πολλές περιπτώσεις είναι ζωντανοί, αλλά και ζωντανοί να μην είναι, η προσπάθεια γενικής αμνησίας –και όχι αμνηστίας– βολεύει πολλούς…
Δεν ήταν πολλοί αυτοί που πραγματικά αντιστάθηκαν στη χούντα, αλλά ήταν πολλοί αυτοί που με δικαιολογία το «τι μπορούσα να κάνω, είχα υποχρεώσεις, η ζωή συνεχίζεται» και το κατάλληλο άλμα, τη σωστή στιγμή, από τον χώρο της χούντας στον «προοδευτικό» χώρο διασώθηκαν και μάλιστα εξασφάλισαν και μια καλή και προσοδοφόρα συνέχεια στην «ελεύθερη» Ελλάδα…
Η Ελένη Βλάχου ήταν μία μοναδική παγκοσμίως περίπτωση μεγαλοεκδότριας, αστής, αντικομμουνίστριας και πλούσιας γυναίκας που τη βραδιά του πραξικοπήματος έκλεισε δύο εφημερίδες, δύο περιοδικά και έναν εκδοτικό οίκο και κατάφερε να το σκάσει στο εξωτερικό, καταστρεφόμενη οικονομικά και αγωνιζόμενη για την ελευθερία του Τύπου. Εκλεισαν κι άλλες εφημερίδες, μόνο που τις άλλες, όπως την «Αυγή», τις έκλεισε η ίδια η χούντα ή θα τις έκλεινε λόγω πολιτικής θέσης του ιδιοκτήτη τους, σαν την «Ελευθερία» του Πάνου Κόκκα. Η Βλάχου, λοιπόν, ήταν που είπε πως αυτό που εισέπραξε την πρώτη μέρα του πραξικοπήματος από τον κόσμο ήταν ένα «για να δούμε και αυτά τα καλά παιδιά τι θα κάνουν, αμάν αυτοί οι πολιτικοί, μόνο μπελάδες μας έχουν φέρει».
Και η Βλάχου λοιπόν, και ο Οπρόπουλος και ο Μουστακλής και ασφαλώς ο Αλέξανδρος Παναγούλης με τον Νίκο Ζαμπέλη είναι αυθεντικοί αγωνιστές εναντίον της χούντας, ο καθένας με όποιον τρόπο μπορούσε, αλλά όλοι αυτοί έχοντας φτάσει στα άκρα των δυνατοτήτων τους.
Γι’ αυτό, το βιβλίο που θα δώσει αύριο η «Εφ.Συν.» με τίτλο «Νίκος Ζαμπέλης – Το πορτραίτο ενός αγωνιστή της Αντίστασης» που υπογράφει ο σπουδαίος Βασίλης Βασιλικός –που και αυτός δεν κάθισε στα αυγά του επί χούντας, αλλά έπραξε στα μέτρα του δικού του δυνατού σε όλο τον κόσμο– θα έπρεπε κανονικά να μοιράζεται δωρεάν στα σχολεία.
Και να μοιράζεται και να διδάσκεται…
