ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το μελαχρινό κοριτσάκι με τα κοτσιδάκια κρατούσε από το χέρι τη μαμά του. Μια μαμά φορτωμένη στην πλάτη με μια βαριά σχολική τσάντα, μια υφασμάτινη με ψώνια από το σουπερμάρκετ και το δικό της τσαντάκι περασμένο χιαστί.

– Πώς ήταν η μέρα σου στο σχολείο;

– Ωραία, μαμά. Σήμερα γέμισα την τσάντα μου με πολλά γράμματα. Δεν είναι λίγο βαριά;

– Είναι, αλλά όχι πολύ.

– Ξέρεις, μαμά, πρέπει να πάρουμε τηλέφωνο τον μπαμπά. Να του το πούμε.

– Τι να του πούμε;

– Οτι γέμισα την τσάντα μου με πολλά γράμματα, και αριθμούς, και ότι του έχω φτιάξει μια μεγάλη ζωγραφιά. Αυτήν μπορούμε να τη φωτογραφίσουμε και να του τη στείλουμε. Σαν τις άλλες.

– Αλήθεια; Τι ζωγραφιά;

– Ο μπαμπάς, με το καπέλο του, να δουλεύει εκεί στην έρημο. Να φτιάχνει ένα εργοστάσιο.

– Εντάξει. Τώρα που θα πάμε σπίτι και θα φας το φαγητό σου, θα τον πάρουμε τηλέφωνο. Και θα του στείλουμε και μια φωτογραφία, απάντησε η μαμά.

– Αλλά μπορεί και να μη χρειαστεί να τα κάνουμε όλα αυτά, είπε μετά.

– Γιατί; Αφού θέλω να του μιλήσω, αντέδρασε το κοριτσάκι. Εχω πολλά να του πω.

– Γιατί ο μπαμπάς μού έστειλε ένα γράμμα και είπε ότι θα έρθει να μας δει.

Το κοριτσάκι έσφιξε το χέρι της μαμάς και σταμάτησε να περπατάει. Ενα τεράστιο χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπό της.

– Δεν έχεις να πεις τίποτα; ρώτησε η μαμά, που σταμάτησε κι εκείνη αφήνοντας τα ψώνια κάτω να ξεκουράσει το χέρι της, που πονούσε. Η ψίχα των δαχτύλων της είχε κοκκινίσει από το βάρος.

– Και πότε θα έρθει ο μπαμπάς; Σήμερα;

– Οχι, δεν προλαβαίνει να έρθει σήμερα. Θα έρθει την Κυριακή. Σε τέσσερις ημέρες.

– Γιατί, μαμά; Ερχεται με τα πόδια από την έρημο;

– Οχι, αλλά είναι μακριά. Πρώτα θα πάρει ένα αυτοκίνητο. Μετά θα πάρει ένα τρένο. Θα πάει στο αεροδρόμιο και ύστερα θα μπει σε ένα αεροπλάνο. Αυτό το αεροπλάνο θα τον αφήσει σε ένα αεροδρόμιο στη Γερμανία. Εκεί θα χρειαστεί να περιμένει μερικές ώρες, ώσπου να έρθει το αεροπλάνο που θα τον φέρει στην Αθήνα.

– Ναι, αλλά μαμά, το αεροδρόμιο είναι πολύ μακριά από το σπίτι μας. Αν περπατήσει, πάλι θα αργήσει να έρθει.

– Δεν θα αργήσει, γιατί θα πάμε εμείς με το αυτοκίνητο να τον πάρουμε. Και θα αφήσουμε στο σπίτι τη γιαγιά, που θα έχει μαγειρέψει κάτι πολύ ωραίο, για να φάμε μετά όλοι μαζί. Και θα έχουμε φτιάξει εμείς μαζί κέικ σοκολάτας με κρέμα.

Το κοριτσάκι άφησε το χέρι της μαμάς της και άρχισε να χοροπηδάει, κάνοντας τα κοτσιδάκια της να χορεύουν κι αυτά.

– Γιούπι! Γιούπι! Γιούπι! φώναζε. Ερχεται ο μπαμπάς μου.

Η μαμά προσπαθούσε να κρύψει ένα δάκρυ.

Την πήρε πάλι από το χέρι.

– Πάμε σπίτι τώρα.

– Ναι, πάμε, είμαι πολύ χαρούμενη, μαμά.

Το κοριτσάκι περπατούσε με έναν χαρούμενο ρυθμό, τραβώντας τη μαμά που αγκομαχούσε με τα ψώνια και τη σχολική τσάντα. Μετά σταμάτησε.

– Να σου πω κάτι; είπε στη μαμά της.

– Τι είναι, καρδιά μου;

– Εγώ το ήξερα ότι θα έρθει ο μπαμπάς. Πριν να μου το πεις.

– Αλήθεια; Πώς το ήξερες; Σου έστειλε μήνυμα κρυφά από μένα;

– Οχι, μαμά. Αλλά το ήξερα. Το πρωί, στο διάλειμμα, εκεί στο δέντρο, δίπλα στη βρύση, ήταν ένα πουλάκι. Εκείνο μου το είπε.

Η μαμά δεν μίλησε. Εκείνο το δάκρυ που κράταγε με τόση προσπάθεια κύλησε.

– Ελα, πάμε σπίτι. Πρέπει να κάνουμε προετοιμασίες για την Κυριακή, είπε μόνο και κάπως το βάρος από τα ψώνια και τη σχολική τσάντα και τις έγνοιες πολλών μηνών, μαλάκωσε λίγο.