Η μουσική ήταν λυπημένη. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Χτες στο Μοναστηράκι. Η είδηση, που ξεφεύγει από το μισοκλεισμένο παράθυρο του ταξί που περιμένει στην πιάτσα τους πρώιμους τουρίστες, μιλά κάπως ασαφώς για μια οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης. Μεγάλη λέξη η εμπιστοσύνη. Μπορείς στη λύπη αυτή επάνω να οικοδομήσεις σχέσεις εμπιστοσύνης με το τοπίο γύρω σου, το τοπίο εκεί μακριά σου, το τοπίο μέσα σου; Χτες στο Μοναστηράκι η λυπημένη μουσική είχε κάτι από Ανατολή. Ή από Νότο. Με την παραμόρφωση που της χάριζε ο ενισχυτής, που ωστόσο χάρις σ’ αυτόν την ακούς κι εσύ ανάμεσα στο μοναχικό πλήθος.
Πλούσιοι και πένητες, ξένοι και Ελληνες περπατούν στη λιακάδα. Ψωνίζουν και η φτήνια τρώει τον παρά, φτήνια στα ρούχα, ένα πουλόβερ περίπου όσο ένα σουβλάκι, καταναλώνουν τη φτήνια αυτήν, το στομάχι τους γεμίζει υπομονετικά σουβλάκια, ενώ, πιο εκεί, η διαφήμιση για χορτοφαγικά προϊόντα σού δίνει την ψευδαίσθηση μιας ελευθερίας στην επιλογή. Και η πόλη; Η Αθήνα, κάτω από τα επίσης φτηνά παπούτσια που την περπατούν, γεμάτη λάκκους. Ακόμα και η πιο όμορφη πλατεία της, φτιαγμένη την εποχή των αλήστου μνήμης Ολυμπιακών, η πλατεία Μοναστηρακίου που δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω τον ανόητα τοποθετημένο εξαερισμό της ανάμεσα στα πλακάκια της, τα πλακάκια αυτά, πολύτιμες ψηφίδες, μετράει και αυτή τις φθορές της. Το πρόσωπο της πόλης ένα ζητούμενο. Πόσα από τα γύρω ακίνητα προσφέρουν για κάθε χρήση το σώμα και το πνεύμα τους στους δανειστές;
Ομως εκεί ψηλά ο βράχος, επιμένει. Η αρμονία του χαρίζει στο βλέμμα κέντρο και προσανατολισμό. Πολλοί από τους περαστικούς περνώντας στρέφουν, λες ενστικτωδώς, το κεφάλι προς αυτόν. Δεν χορταίνω να τον βλέπω. Δεν χορταίνω να τον μαθαίνω σε όλες τις στιγμές του μέσα στην ιστορία μιας μέρας, μέσα στην ιστορία πολλών ημερών. Η ομορφιά της βορινής πλευρά του μπορεί να σε κάνει να δακρύσεις. Αλλα δάκρυα αυτά. Οχι της αδικίας στο μόνιμο θέαμα των ανήμπορων που έχουν για σπίτι τους τα πεζοδρόμια της οδού Αθηνάς. Κάθε στενό και κατάλυμα, μόνιμο ή παροδικό. Σώματα που ικετεύουν. Σώματα που έχουν αναγκαστεί να ξεχάσουν την ντροπή τους. Και εμείς; Πώς μπορούμε να ξεχάσουμε; Το θέαμά τους ξεπερνάει τα γιατί μας.
Ξαπλωμένοι στο πεζοδρόμιο ένας πατέρας, νέος ακόμα, με δυο αγοράκια, ίσως δεκάχρονα, από τη μια και από την άλλη πλευρά. Δεν είναι ούτε ο πρώτος, ούτε ο δεύτερος ή ο τρίτος επαίτης, καθώς περπατάς από την πλατεία για να φτάσεις στην Ομόνοια. Τα τρία κορμιά με τον πατέρα στη μέση φτιάχνουν ένα τρίγωνο. Το νέο αέτωμα του Παρθενώνα της εγκατάλειψης.
