«Να πάει και να μην ξανάρθει», έλεγε και ξανάλεγε η κυρία στο πίσω κάθισμα του λεωφορείου. H φωνή της είχε κάτι από απογοήτευση και αγανάκτηση μαζί.
«Εχεις δίκιο, καλή μου», απαντούσε η φίλη της, με την κατανόηση να χρωματίζει τη φωνή της. «Πολύ ταλαιπωρηθήκατε. Κυρίως εσύ. Δύσκολη, πολύ δύσκολη χρονιά».
«Μα μέχρι και σήμερα, λίγες μέρες πριν φύγει, δες. Ακόμα και ο καιρός. Θα με παιδέψει μέχρι το τέλος», συμπλήρωσε η πρώτη.
«Εχεις δίκιο», επανέλαβε η άλλη κυρία, λες και δεν τολμούσε να διαφωνήσει, να πει έστω ότι χειμώνας είναι, και θα βρέξει και κρύο θα κάνει και πως, τέλος πάντων, γιορτές έχουμε, αναμενόμενη η ταλαιπωρία.
Οι βιτρίνες ήταν στολισμένες, λαμπάκια αναβόσβηναν, αστέρια από χρυσόσκονη και κόκκινοι και πράσινοι φιόγκοι έδιναν λάμψη στις γεμάτες αντικείμενα προθήκες των καταστημάτων. Αντικείμενα που υπό άλλες συνθήκες μπορεί να μην τα πρόσεχες καν, εκτός και αν τα χρειαζόσουν.
Η ακούσια μάρτυρας της συζήτησης κοιτούσε έξω: είχε νυχτώσει και με το ψιλόβροχο οι εορταστικές εικόνες θόλωναν μέσα από το νερό που καθόταν στα τζάμια. Η ατμόσφαιρα είχε κάτι μελαγχολικό, αλλά γλυκό συνάμα. Σαν κάτι ταινίες όπου οι ηρωίδες κινούνται στην πόλη, εργάζονται και ζουν, συνήθως ήρεμες έως και βαρετές ζωές, βίους κοινούς και αδιάφορους, σαν των πολλών ανθρώπων.
Ή σαν εκείνες που κρύβουν μεγάλα, ανείπωτα μυστικά μέσα στη ρουτίνα της καθημερινότητάς τους και τη φαινομενική ασφάλεια και ηρεμία της μορφής τους. Μυστικά που έδιναν χρώμα στα όνειρά τους, δύναμη για να αντέχουν τους χρόνους που κυλούσαν σαν το νερό. Πόσο πολλές ζωές που δεν θα συναντηθούν ουσιαστικά πουθενά, ποτέ, παρεκτός ίσως στον διάδρομο ενός λεωφορείου, στα καθίσματα του ηλεκτρικού ή στη διάβαση ενός δρόμου, καθώς οι φορείς τους περνούν με το πράσινο για τους πεζούς στο φανάρι.
Το λεωφορείο γέμισε ασφυκτικά. Οι κυρίες πίσω της δυσκολεύτηκαν να κατεβούν στη στάση τους, άνθρωποι σπρώχνονταν, στραβοκοιτάζονταν, δυσανασχετούσαν. Μερικοί ήταν φορτωμένοι με ψώνια από το σουπερμάρκετ ή κρατούσαν τσάντες δεμένες με κορδέλες, δώρα από υποχρέωση ή από καρδιάς. Αλλοι δεν αποχωρίζονταν το τηλέφωνό τους, συνδιαλεγόμενοι διαδικτυακά ή παίζοντας παιχνίδια, ούτε μέσα στο ασφυκτικά γεμάτο λεωφορείο, που όταν φρέναρε τους πήγαινε και τους έφερνε σαν το περιεχόμενο ενός βάζου με ελιές που κινούνται κατά πώς το ανακινεί κανείς για να τις ανακατέψει.
Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, σκέφτηκε τη δική της χρονιά που έφευγε. Αναρωτήθηκε αν θα ήθελε να ξαναγυρίσει, τι γεύση της άφησε και αν θα έτρωγε ξανά από το ίδιο φαγητό.
«Ω, μα ναι», είπε, ξέροντας πόσο πολύ την άλλαξε αυτός ο χρόνος που σε τρεις-τέσσερις ημέρες θα εκμετρούσε το ζην. Κι ας πέρασε μέρες που δεν θα τις ευχόταν σε κανέναν, φίλο ή εχθρό. Κι ας υπήρχαν μαθήματα που θα προτιμούσε να μην τα έχει πάρει.
Πιο πολύ της στοίχισαν οι αποχωρισμοί, αυτοί που δεν μπόρεσε να αποτρέψει και αυτοί που έπρεπε να επιλέξει. Πάντα οι απώλειες της άφηναν ένα αίσθημα ενοχής, για όσα δεν πρόλαβε να κάνει ή να πει, για όσα ανέβαλε, με την ψευδαίσθηση ότι θα υπάρξει μια άλλη φορά, μια άλλη μέρα, μια άλλη, περισσότερο κατάλληλη στιγμή. Και οι στιγμές που έφυγαν δεν γύρισαν ποτέ.
Αλλά παρ’ όλα αυτά, τώρα ένιωθε ευγνωμοσύνη για τον παλιό τον χρόνο, που έστρωνε το χαλί για τον καινούργιο με πολύ κρύο και βροχές και χιόνια στα βόρεια ορεινά, ακριβώς όπως έπρεπε. Για όσα της έμαθε, για όσα της πήρε, αλλά και γι’ αυτά που της έδωσε.
Της άφηνε πολλές εκκρεμότητες προς επίλυση, πράγματα που μερικές φορές της προκαλούσαν πονοκέφαλο και ζαλάδα, αλλά τα δεχόταν και αυτά.
Τώρα πια -νόμιζε τουλάχιστον ότι- ήξερε: όλα γίνονται για κάποιο λόγο. Και το ταμείο δεν πρέπει ποτέ να το κάνεις Πρωτοχρονιά. Ειδικά σε ένα γεμάτο λεωφορείο ένα βράδυ με παγωμένη βροχή.
