Και ενώ οι ιαχές του Ταγίπ Ερντογάν συνεχίζουν βάναυσες να προκαλούν και να απειλούν, εμείς τιμήσαμε τη μνήμη του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Ενός εφήβου δολοφονημένου πριν από χρόνια. Κάτι που για κάποιους μπορεί να μοιάζει παράλογο, για άλλους όμως βρίσκεται στο επίκεντρο του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε τη ζωή ή/και την απώλειά της.
Από τον χαμό του Αλέξη Γρηγορόπουλου πέρασαν χρόνια. Ηταν δύο χρονιές πριν αποφασίσει ο Γ. Παπανδρέου να συνάψει ερήμην μας τη δανειακή σύμβαση της άνευ όρων υποταγής μας. Σημειώνοντας έτσι την πρώτη αναίρεση σχετικά με όσα διακήρυττε πριν αναλάβει την εξουσία. Εκτοτε, όπως συμβαίνει σε κάθε εμπόλεμη κατάσταση, ακόμα και αν ο πόλεμος γίνεται με τα όπλα των τραπεζών, το νόημα πολλών λέξεων αλλοιώθηκε. Πρώτα στον δημόσιο λόγο.
Ακούσαμε ότι έπρεπε -για να σωθούμε και κυρίως για να αρέσουμε στους δανειστές μας, που άρχισαν αμέσως να παίρνουν πίσω τα λεφτά τους με το αζημίωτο- να κάνουμε ντεγκρεσάζ: να αφαιρέσουμε το υπερβάλλον λίπος, δηλαδή τους πλεονάζοντες εργαζομένους. Με άλλα λόγια, να τους απολύσουμε. Κάποιοι άλλοι θα μπορούσαν και να μπουν στο καθεστώς της «κινητικότητας». Δηλαδή, όχι να κάνουν κάποιο επιμορφωτικό ταξίδι, αλλά να κλειστούν προσωρινά σε ένα γραφείο άσχετο με αυτό που ήταν πριν, για να ετοιμαστούν προς απόλυσιν.
Εκτοτε έγιναν πολλά. Κάποιοι έσκυψαν το κεφάλι, πολλοί έπεσαν στην ανέχεια. Αλλοι, όχι λίγοι, αντιστάθηκαν, γέμισαν δρόμους και πλατείες, ονειρεύτηκαν ένα «αλλιώς». Πίστεψαν πως νίκησαν και γελάστηκαν. Και μαζί με τα πολιτικά, οι προσωπικές σχέσεις, οι αξίες και οι κώδικες μπήκαν σε δοκιμασία. Ενώ οι απειλές εναντίον του τόπου πλήθυναν. Μήπως λοιπόν είναι παράξενο που μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας μας συνεχίζει να πενθεί όχι μόνο όταν ο θάνατος και η καταστροφή πλήττουν πολλούς, αλλά και όταν έχει χαθεί η ζωή ενός και μόνο;
Ισως όμως αυτή η «αδυναμία», αυτό το «ελάττωμα», να είναι το γνώρισμα και η δύναμη του πολιτισμού μας. Για μας -και ευτυχώς και για πολλούς άλλους στον κόσμο- το πένθος και η χαρά δεν κρίνονται ποσοτικά. Ο χαμός ενός και μόνο αξίζει τη θύμηση, τον θρήνο, την οργή μας. Στην αντίδρασή μας απέναντι στη δολοφονία του Γρηγορόπουλου υπάρχει πιστεύω αυτή η πτυχή.
Τι γίνεται ωστόσο όταν οι απειλές ενάντια σε ολόκληρη τη χώρα μας εκτοξεύονται από κάποιους γείτονες για τους οποίους οι ζωές δεν μετρούν, είτε γιατί έτσι κι αλλιώς περιφρονούν τη ζωή του άλλου είτε διότι θεωρούν ότι διαθέτουν τόσες πολλές για να τις ξοδέψουν αλόγιστα; Στη λύσσα του θανάτου πρέπει να βρούμε τρόπους να αντιτάξουμε αποφασιστικά την κατάφαση της ζωής. Και μόνοι και μετά πολλών.
