Πόση πραγματικότητα μπορεί να αντέξει μια πόλη; Και τι σημαίνουν οι εξαγγελίες ότι η πραγματικότητα αυτή θα αλλάξει από μια άλλη που παραμένει ακόμα στον χώρο του μη πραγματικού, του φανταστικού; Πόσο είναι πραγματοποιήσιμη η εξαγγελθείσα μεταμόρφωση της Αθήνας σε μιαν άλλη πόλη, όπου θα εξαλειφθεί κάθε ίχνος αταξίας ή ανομίας: παράνομες και «νόμιμες» ληστείες, σβησμένα φώτα, σβησμένες ελπίδες, σπασμένα πεζοδρόμια και ψυχές, και τα γκράφιτι που μουντζουρώνουν κάθε κενό; Και τι λογής θα είναι η πόλη που, αν οι εξαγγελίες πραγματοποιηθούν, θα αναδυθεί στη θέση αυτής εδώ;
Το μεγάλο μυθιστόρημα του 19ου, το γαλλικό, το ρωσικό, είδε την πόλη με τα μάτια του ρεαλισμού αλλά και του ονείρου. Ο Μπαλζάκ μάς περιγράφει το Παρίσι που γίνεται ήδη η φωτεινή, φωτισμένη από τις λάμπες φωταερίου, μεγαλούπολη του ανερχόμενου καπιταλισμού: τις λεωφόρους και τα βουλεβάρτα, τα μνημεία, τα παλάτια των πλουσίων, τις στοές και τις μικροαστικές ή τις φοιτητικές γειτονιές. Τους τραπεζίτες, τους δημοσιογράφους και τους περιπλανώμενους, τους flaneurs. Το ορατό παρελαύνει σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, αλλά το «υπόγειο» ενεδρεύει: το Παρίσι είναι ταυτόχρονα μια άγρια εσχατιά, το ευρωπαϊκό Φαρ Ουέστ που εξαγγέλλει τη Ζούγκλα των πόλεων του φιλμ νουάρ. Αλλά επίσης και το όνειρο που αναπάντεχα αναδύεται ως έρωτας ή επανάσταση για να ζητήσει εκδίκηση.
Και η Αθήνα; Ας προσπαθήσουμε να δούμε πίσω από το τραυματισμένο από τη ρύπανση μεγαλείο των μαρμάρων τα κατασκαμμένα της βουνά και τον μολυσμένο Σαρωνικό με τους δυνάμει ουρανοξύστες, τα κλειστά μαγαζιά, τους αστέγους, τους πρόσφυγες, το πράγματι πραγματικό, το ονειρικό ή το εφιαλτικό αυριανό πρόσωπό της. Ο αρχιτέκτονάς του, ο Αόρατος Ανθρωπος του Γουέλς, είναι και πάλι εδώ. Παντοδύναμος. Κρυμμένος σε κάποιο αγνώστου διευθύνσεως γραφείο. Εποχούμενος σε ένα αγνώστου αριθμού θωρακισμένο αυτοκίνητο. Ιπτάμενος με κάποιο αεροπλάνο που ακόμα κι αν δεν είναι το αόρατο Στελθ, μένει κρυφό για τα μάτια μας. Βλέποντας τον κόσμο που είναι το πρότζεκτ του και ο εφιάλτης μας, θυμόμαστε ένα όνομα που τα κόμικς του Μπαρκς της δεκαετίας του ’50 και του ’60 επαναλαμβάνουν συνεχώς: Brutopia. Πόσο αυτή η ορατή/αόρατη πολιτεία είναι και μπορεί να μείνει παντοδύναμη; Πόσο μπορεί να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο κόσμους ασύμπτωτους;
Αν σκύψουμε, αν αφουγκραστούμε, κάτω από τα πόδια μας θα ακούσουμε τη θυμωμένη φωνή των μπαζωμένων ποταμών της πόλης μας. Μιλούν για τη μέρα που κάτι θα τους κάνει να βγουν στο φως. Μακάρι όχι σαν πλημμύρα εκδικητική, αλλά, όπως λέει ο Σοφοκλής στο τέλος της «Ηλέκτρας» του, ως έξοδος εις ελευθερίαν.
