ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια φορά κι έναν καιρό ένα κορίτσι -εντάξει, κάπως μεγαλύτερο- έφυγε για διακοπές. Κουρασμένο, απογοητευμένο, φορτωμένο με δύο -μπορεί και περισσότερες- έγνοιες και με έναν και μοναδικό στόχο: για λίγες ημέρες, ούτε δύο εβδομάδες ολόκληρες, να κρύψει στην άμμο ό,τι μπορούσε. Θα το έβρισκε ξανά στην επιστροφή, να την περιμένει στο σαλόνι του σπιτιού, στο ντουλάπι του αυτοκινήτου, το ήξερε, αλλά ζητούσε μια μικρή αναλαμπή.

Δεν πίστευε στα θαύματα, ούτε στις μεγάλες έξωθεν και άνωθεν δυνάμεις – πολλές φορές ελπίδες και προσευχές την είχαν προδώσει ή αποδείχθηκαν ανεπαρκείς. Τι να σου κάνουν κι αυτές. Μερικές φορές η ύλη -κυρίως η έλλειψή της- όλα τα νικά, αλλάζει τους ανθρώπους, τους περιορίζει, τους κάνει δειλούς, μερικές φορές σχεδόν ασθενείς. Είχε γίνει αρκετά πραγματίστρια -έτρεμε μη γίνει κυνική, μην πάψει να πιστεύει στη δύναμη της άυλης ενέργειας, του ενστίκτου που, νά, εκείνη την τελευταία στιγμή την οδηγούσε στον δρόμο τον σωστό, στην κρίση της που συνήθως δεν την ξεγελούσε.

Κι έτσι έφυγε, έπρεπε να φύγει, ήταν πράξη αυτοσυντήρησης, σχεδόν ηρωική. Με μια παρέα που ήξερε καλά – τόσο μεγάλη όσο χρειαζόταν, τόσο διακριτική όσο ήταν αναγκαίο, τόσο χαρούμενη όσο έπρεπε. Για κάτι λιγότερο από δύο εβδομάδες.

Και οι μέρες, οι θάλασσες, ο ήλιος, οι ομορφιές, οι άνθρωποι -οι παλιοί και οι καινούργιοι φίλοι και κατ’ επιλογήν συγγενείς-, οι μουσικές και οι τσικουδιές, αλλά και το νησί έκαναν το θαύμα τους: η απόσταση από όλα ήταν όσο έπρεπε θεραπευτική. Και στην επιστροφή, όταν κοιτάχτηκε στον γνωστό της καθρέφτη, αυτόν που αντικρίζει κάθε πρωί μετά το μπάνιο, όλο τον χρόνο, είδε έναν εαυτό λίγο πιο υγιή, λίγο πιο δυνατό, λίγο πιο ήρεμο. Σίγουρα πιο ξεκούραστο και ας μην είχε κοιμηθεί όσο θα ήθελε τις μέρες διακοπών – το είχε ρίξει λίγο παραπάνω έξω.

Το ήξερε. Κακός σύμβουλος η κούραση, βαραίνει τις σκέψεις, κόβει τα φτερά, εντείνει το κακό θυμικό. Σκοτεινιάζει την πραγματικότητα.

Αλλά τώρα όλα φαίνονταν να λαμβάνουν τις σωστές διαστάσεις τους. Τα μεγάλα ήταν μεγάλα, αλλά όχι τρομακτικά, τα μικρά μικρά, αλλά σημαντικά και οι επιθυμίες και οι στόχοι δεν ήταν τόσο μακρινοί, ούτε και τόσο άπιαστοι.

Και μια μέρα, επιστρέφοντας από τη δουλειά, περιμένοντας σε ένα φανάρι στη σχεδόν έρημη Αθήνα, σε μια λίγο πιο σκιερή γειτονιά από τις περισσότερες της πόλης, εκεί λίγο πριν από τον Δεκαπενταύγουστο, σήκωσε τα μάτια και παρατηρούσε το περιβάλλον.

Στα καλώδια της ΔΕΗ, στο απέναντι πεζοδρόμιο, κάθονταν τρία πουλιά. Οχι αυτά που φαντάζεται κανείς συνήθως, περιστέρια, σπουργίτια ή δεκοχτούρες, τους συνήθεις θαμώνες τους, αλλά τρεις μικροί πράσινοι παπαγάλοι. Πράσινοι, καταπράσινοι, σαν αυτούς που ζουν στα σαλόνια μας, σε μικρά περιποιημένα κλουβιά, σαν αυτούς που πωλούνται κάπως ακριβά στα λεγόμενα «πετ-σοπ».

Από ποιο κλουβί είχαν δραπετεύσει; Πού ζούσαν και πώς τρέφονταν; Και πώς βρέθηκαν μαζί και έγιναν μια παρέα για να μοιράζονται την ελευθερία τους; Αραγε τους ψάχνει κανείς ή μήπως είναι παιδιά άλλων παπαγάλων, απελεύθερων, που τους χάρισαν μια ζωή μακριά από τα κλουβιά;

Τα τρία πράσινα παπαγαλάκια έμειναν στο σύρμα λίγο. Ισα μέχρι να ανάψει το πράσινο στο φανάρι. Υστερα, ταυτόχρονα, σαν συνεννοημένα, άνοιξαν τα φτερά και τις ουρές τους και πέταξαν όλα μαζί μακριά. Για όπου τα έβγαζε ο δρόμος.

Αυτή η εικόνα, των τροπικών πτηνών σε μια τσιμεντένια μεγαλούπολη, άδεια λόγω καλοκαιρινών διακοπών, πολύ της άρεσε. Είτε από τύχη είτε από επιλογή, αυτά τα πράσινα πτηνά μπορούσαν να γυρνούν τον κόσμο και ζουν όπως η φύση τους ορίζει. Από δέντρο σε δέντρο, έστω και από καλώδιο της ΔΕΗ σε καλώδιο της ΔΕΗ. Είχαν βρει τον δρόμο προς την ελευθερία.

Ετσι αποφάσισε, μαζί με τις φωτογραφίες των διακοπών, αυτό το καλοκαίρι να κρατήσει και αυτή την εικόνα. Των πράσινων παπαγάλων που πετούν ελεύθεροι πάνω από την πόλη.