Είμαστε απαρηγόρητοι
– γιατί η λίστα των νεκρών μεγαλώνει
– για τον χαμό συγγενών, φίλων, γειτόνων, συμπατριωτών
– κρατώντας το πηδάλιο των καναντέρ, των ελικοπτέρων, το τιμόνι των πυροσβεστικών οχημάτων, τις μάνικες, τα λάστιχα της βρύσης, τα μπουκάλια με νερό, το σάλιο στο στόμα
– γιατί οι λυγμοί δεν κατεβαίνουν στον λαιμό, γιατί ο θυμός δεν ξέρει πού να πρωτοξεσπάσει
Είμαστε απαρηγόρητοι
– διότι «η εικόνα μιλάει από μόνη της» και είναι η μόνη ομιλούσα, οι υπόλοιποι είμαστε με τα καλοκαιρινά μπλουζάκια σφιχτά δεμένα στη μύτη και στο στόμα και εγκλωβισμένοι και ντεσπεράντο
– γιατί ο καθένας αναπλάθει στο μυαλό του τις στιγμές της άφατης αγωνίας και οδύνης των θυμάτων αλλά δεν μπορούμε καν να πλησιάσουμε, μας χωρίζει η άνευ οδοσήμανσης διασταύρωση ζωής και θανάτου
– χωμένοι ως παρείσακτοι στις φωτογραφίες των καψαλιασμένων ανθρώπων μέσα στη θάλασσα, το νερό μέχρι τα γόνατα, το αντίθετο εκείνων των εικόνων από τους πρόσφυγες που φτάνουν και φιλάνε γη φιλόξενη, μα τόσο ίδιο, να ‘ναι τώρα οι άνθρωποί μας θαλασσοπνιγμένοι, «πρόσφυγες» δύο μέτρα από το σπίτι τους
– αφού φοβόμαστε ακόμη και να αγκαλιαστούμε, θαρρούμε ότι χάσκει μπροστά μας γκρεμός από τον οποίο πηδάνε φλεγόμενα κορίτσια, αποκλεισμένοι σε χωράφι που αποκόπηκε από την πραγματικότητα, χαρακώθηκαν και οι αγκαλιές από θανατερούς συνειρμούς, σημαίνουν προμηνύματα χαμού
Είμαστε απαρηγόρητοι διαβάζοντας τη λίστα των αγνοουμένων
–αναζητώντας πολιτικές, συλλογικές και ατομικές ευθύνες
– δίνοντας αίμα
– αγοράζοντας νερά και μωρομάντιλα, γεμίζοντας σακούλες με μπισκότα
– στο γκισέ της τράπεζας καταθέτοντας τα ελάχιστα ο καθείς και η καθεμιά και να σε τρώει το σαράκι της αναπάντητης ερώτησης «τι έγιναν τα λεφτά του “ταμείου Μολυβιάτη” για τους πυροπαθείς της Ηλείας», άσ’ το τώρα, άνθρωπέ μου
– αναζητώντας ορατούς και αόρατους φταίχτες
– κοιτώντας τις παραλίες μας, τις απαλές, χρυσές, κάποτε εύκρατες παραλίες μας περικυκλωμένες από μαντρότοιχους που κρύβουν βίλες προστατευμένες από μαντρόσκυλα ή «απλά» εξοχικά φραγμένα με σύρμα, με αποκλεισμένους τόσο τους πολλούς έξω όσο και τους λίγους μέσα
– υποψιασμένοι ότι το κακό μπορεί να συμβεί και πάλι
– βλέποντας όσους γλίτωσαν να γυρνάνε στα σπίτια τους, ακόμη κι αυτά που σώθηκαν, και να τα κοιτάνε σαν να είναι στοιχειωμένα, αδιόρατη αλλά ανίκητη η μυρωδιά του θανάτου έχει επιβληθεί
– ελπίζοντας ότι το σύνολο των πολιτικών της χώρας θα πάρει μαθήματα από τους πυροσβέστες και άλλους επαγγελματίες, τους διασώστες και εθελοντές όλων των ειδικοτήτων, για όσα λέμε ή δεν λέμε, δεν σκεφτόμαστε καν, τέτοιες ώρες
– ξέπνοοι, μέσα στους πνιγηρούς καπνούς σαν καναρίνια σε στοά ορυχείου, είμαστε απαρηγόρητοι.
