Κρατούσε πάντα μια δερμάτινη τσάντα. Καφέ. Το μέτωπο πολυσκοτισμένο και ζαρωμένο. Μου έκαναν πάντα εντύπωση η πρόσχαρη έκφραση, το γελαστό βλέμμα, σε αντίθεση με τα κουρασμένα βλέφαρα του γιατρού που έχει συνηθίσει -δίχως να παραιτείται ποτέ- να βλέπει και να ακούει τον πόνο του άλλου.
Ολοι θυμόμασταν τον γιατρό τουλάχιστον δυο τρεις φορές την εβδομάδα, αλλά κανείς δεν ήξερε πολλά πράγματα για τη ζωή του. Ο γιατρός δεν είχε όνομα. Μόνο ιδιότητα. Στον δρόμο οι άνθρωποι του φώναζαν «γιατρέεεε» και εκείνος, σμίγοντας τα φρύδια του, ανταποκρινόταν αμέσως στο κάλεσμα.
Εδειχνε ότι έχει την αρετή της υπομονής και της ανοχής στα καμώματα και τις παραξενιές των ασθενών του. Διαθέσιμος πάντα! Η φλεγματική του ιδιοσυγκρασία κρυβόταν πίσω από ένα λεπτό χιούμορ. Για παράδειγμα, όταν μια γειτόνισσά του, εκπάγλου καλλονής, ήταν σχεδόν βέβαιη ότι πάθαινε καρδιακό επεισόδιο, εκείνος της κρατούσε τρυφερά το χέρι πείθοντας την ότι εκείνη είχε μοιράσει αρκετά «καρδιακά επεισόδια» στην περιοχή και παραλίγο και στον ίδιο.
Και όταν ο ένοικος του τελευταίου ορόφου νόμιζε πως πεθαίνει από εγκεφαλικό επεισόδιο, ο γιατρός, κάνοντάς του ένα θαυματουργό μασάζ στο κεφάλι, τον ηρεμούσε, λέγοντάς του ότι «δεν είναι τίποτα, ένας κακός πονοκέφαλος, εγκεφαλικά παθαίνουν οι άνθρωποι όταν έρχονται στην εφορία που δουλεύεις, βρε Παναγιώτη!».
Οταν ο πόνος περνούσε, ξεχνάγαμε τον γιατρό. Μέχρι να μας τον θυμίσει ο επόμενος. Σ’ έναν από τους επόμενους πόνους, αναζητήσαμε τον γιατρό. Τηλέφωνο δεν απαντούσε, πόρτα δεν άνοιγε. «Πού είναι ο γιατρός;» η ερώτηση απλώθηκε στην περιοχή. Συζητιόταν στα καφενεία και έγινε θέμα στο μεσημεριάτικο τραπέζι. Δεν ήξερε ο διαχειριστής της πολυκατοικίας του, δεν ήξερε ο περιπτεράς, δεν ήξερε ο οδοκαθαριστής.
Οι πελάτες του, ιδιαίτερα οι παλιοί και τακτικοί, περίμεναν έξω από το ιατρείο, σχηματίζοντας πηγαδάκια με το φλέγον θέμα της πολυήμερης εξαφάνισης του γιατρού τους. Τους έκανε μεγάλη εντύπωση το ότι κανείς, μα κανείς δεν ήξερε -δεν είχε ρωτήσει ποτέ- κάτι παραπάνω τον γιατρό, πέρα από ιατρικές συμβουλές.
«Ρωτάς τον γιατρό πού μένει και κι αν έχει οικογένεια;». «Δεν ρωτάς, ο γιατρός είναι σαν τον Θεό, δεν ρωτάς τον Θεό τίποτα προσωπικό, φοβάσαι λίγο». Ετσι, το θέμα αυτό τους στεναχωρούσε καθημερινά, μέχρι που ένα πρωί ο περιπτεράς ειδοποίησε τον καφετζή, που με τη σειρά του ειδοποίησε την κομμώτρια, ότι ο γιατρός επέστρεψε! Εφτασαν οι ασθενείς στο ιατρείο τρέχοντας.
Χωρίς καμιά υπερβολή. Κύκλωσαν τον γιατρό, που κατακόκκινος από το ενδιαφέρον των πελατών του προσπαθούσε να τους πει το απλό: «Χρειάστηκα γιατρό, βρε παιδιά!», και «όλα καλά, μια κοίλη έβγαλα!».
Πάντως, μέχρι να ηρεμήσει η κατάσταση, ο γιατρός αναγκάστηκε να πει χαρτί και καλαμάρι τη ζωή του και να δώσει τα τηλέφωνα των συγγενών του, σε περίπτωση που «χαθεί» και πάλι. Και αυτό το έκανε με μεγάλη ευχαρίστηση, κατασυγκινημένος είναι η αλήθεια από το ενδιαφέρον των ανθρώπων της γειτονιάς του ιατρείου του.
