Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την περίμενε. Πώς και πώς την περίμενε τη βραδιά της Ανάστασης. Οχι, δεν ήταν αυτό που λέμε ευσεβής πιστός, ούτε είχε πάρε-δώσε με την εκκλησία. Η αριστερή του καταγωγή τον είχε βάλει σ’ άλλους δρόμους.

Και παρά το ότι ήταν πολύ κριτικός απέναντι στα χρυσοποίκιλτα άμφια και στις «ηγεμονικές» ράβδους με τις οποίες εμφανιζόταν ο μητροπολίτης -κάθε Πάσχα τιμούσε την εκκλησία της ενορίας του- εκείνος τα άφηνε κατά μέρος αυτά και φρόντιζε να είναι στο προαύλιο από τους πρώτους.

Τι ήταν όμως αυτό που περίμενε από αυτή τη νύχτα; Το μήνυμα που θα διάβαζε ο μητροπολίτης; Την αναστάσιμη λειτουργία; Το να καεί και πάλι, πιθανότατα από κάποια «απρόσεκτη» λαμπάδα; 

Οχι. Ολα αυτά ήταν αναγκαία κακά. Περίμενε, εδώ και κάποια χρόνια, κάθε τέτοια μέρα, κάθε τέτοια νύχτα, να φανεί εκείνη στο κατηφορικό δρομάκι που οδηγούσε στην εκκλησία. Εκείνη είχε συγκεκριμένο όνομα, μορφή και άρωμα. Κατηφόριζε και έγερναν οι ολάνθιστες νεραντζιές στο διάβα της. Χρόνια τώρα. Διάλεγε λοιπόν εκείνος πάντα την κατάλληλη θέση στη γωνία του δρόμου και «όλως τυχαίως» συναντιόντουσαν ανταλλάσσοντας δυο λόγια, δυο ευχές. 

Επειτα, αφού το έφερνε ο δρόμος, κατέληγαν δίπλα δίπλα, να περιμένουν το «Δεύτε λάβετε φως». «Σκοτωνότανε» τότε να της φέρει πρώτος τη φλόγα, ν’ ανάψει τη λαμπάδα της, μπας κι ανάψει και το αίσθημά της απέναντί του. Αυτό δεν είχε γίνει βέβαια ποτέ μέχρι τώρα, αλλά εκείνος δεν σταματούσε να ελπίζει.

Οι παιδικοί έρωτες γίνονται ενήλικες αγάπες. Και αυτό που βασικά θα ήθελε κάποτε να μάθει εκείνη ήταν ότι «αφού το συναίσθημα έρχεται πρώτο / αυτός που προσέχει έστω και λίγο τη σύνταξη των πραγμάτων / απόλυτα ποτέ του δεν θα σε φιλήσει…» 

Να της πει δηλαδή: 

Απόλυτα να ‘μαι τρελός / τώρα που η Ανοιξη είναι εδώ το αίμα μου αποδέχεται, / και τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα απ’ τη σοφία στ’ ορκίζομαι κυρία σε όλα τα λουλούδια. / Μην κλαις / Η καλύτερη χειρονομία του μυαλού / μου αξίζει λιγότερο / απ’ το πετάρισμα των βλεφάρων σου που λέει είμαστε ο ένας για τον άλλο: ύστερα γέλασε, γέρνοντας στα χέρια μου / γιατί η ζωή δεν είναι παράγραφος κι ο θάνατος νομίζω δεν είναι παρένθεση

Γι’ αυτό περίμενε κάθε χρόνο ν’ ακουστεί το «Χριστός Ανέστη» από τα μεγάφωνα με τόση προσμονή. «Αργούν πολύ τα μεσάνυχτα» σκεφτόταν. Για να είναι δίπλα της, πρώτος εκείνος να της δώσει το αναστάσιμο φιλί. Και πάντα εκείνη να μπορεί να το ανταποδίδει.