Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπήκε στο κατάστημα έτσι, χωρίς λόγο. Είχε λίγο χρόνο να σκοτώσει, βαριόταν να καθίσει κάπου και ήθελε να ξεχαστεί. Δεν χρειαζόταν τίποτα, δεν είχε ψώνια να κάνει, θα χάζευε λιγάκι.

Δεκάδες κρεμάστρες, πολλά χρώματα, σκούρα κυρίως. Εμπαινε φθινόπωρο και τα ανοιχτά και τα ψυχρά και τα δροσερά έδιναν τη θέση τους στα άλλα, τα πιο ζεστά, τα πιο θερμά. Καφεκόκκινα και γκρίζα και κάμελ και μαύρα.

Περνούσε τους διαδρόμους αδιάφορη σχεδόν. Με τόση ζέστη κι υγρασία, το περιβάλλον έμοιαζε παράταιρο, σαν να είχε διακτινιστεί από άλλο μέρος του πλανήτη στη χώρα του χειμώνα. Και ας αγαπούσε τον χειμώνα, τώρα χειμώνας δεν ήταν.

Παρατηρούσε τον κόσμο που ψώνιζε: πλεκτά, κοτλέ -ίδρωνε και μόνο στην ιδέα τους-, πανωφόρια, κλειστά παπούτσια.

Εκείνη ονειρευόταν ακόμα τη θάλασσα. Τη γλυκιά θάλασσα του Σεπτεμβρίου, που έχοντας μαζέψει όλο τον ήλιο του καλοκαιριού, όλη την πείρα των διακοπών και τις φωνές και τα γέλια και τα παιχνίδια, ήρεμη πρόσφερε γαλήνη και δροσιά σε όσους ξέρουν.

Ηθελε να φύγει, να βγει έξω. Κοίταξε και την ώρα. Προτιμούσε άλλωστε τη ζέστη του μεσημεριού από την επίπλαστη χειμερινή θαλπωρή.

Οπως γύρισε το βλέμμα της αναζητώντας την έξοδο, το είδε: ένα μπλε και άσπρο ριγέ πουκάμισο, μόνο του, κρεμασμένο σε μια γωνία. Αλλα ίδια δεν είχε. Κάπως θα ξέμεινε. Τα βήματά της την πήγαν προς τα εκεί; Εκείνη τα οδήγησε; Δεν το κατάλαβε.

Στάθηκε και το κοίταξε. Τόσο όμορφα αταίριαστο με το υπόλοιπο περιβάλλον, σαν καλοκαιρινή καρτ-ποστάλ σε άλμπουμ με φωτογραφίες από μια εκδρομή στο χιόνι. Το πήρε στα χέρια της και χάιδεψε το μαλακό βαμβακερό ύφασμα με τα μάτια κλειστά. Φαντάστηκε τον εαυτό της να το φοράει και να κάνει βόλτα κάτω από τον ήλιο, σε γειτονιές που θυμίζουν νησιά, ένα μεσημέρι φθινοπώρου σαν κι αυτό.

Κοίταξε την ετικέτα. Ηταν στο μέγεθός της. Το πήρε και πήγε στο ταμείο.

Λίγα λεπτά αργότερα, στον δρόμο, καθώς περπατούσε, κοίταξε ξανά μέσα στη χάρτινη τσάντα κι ένιωσε ικανοποίηση. Μα ήταν ένα τόσο ωραίο πουκάμισο. Θα το έπλενε και θα το φορούσε την επόμενη μέρα κιόλας. Με το αγαπημένο της τζιν παντελόνι. Και θα πήγαινε στη δουλειά.

«Ομως κανείς δεν θα καταλάβει ότι είναι καινούργιο», σκέφτηκε. «Εχω κι άλλα ριγέ μπλε και άσπρα πουκάμισα».

Αλλά δεν την ένοιαζε. Ούτε που θα κρεμούσε ακόμη ένα ριγέ πουκάμισο στην ντουλάπα, ούτε που κανείς δεν θα της ευχόταν «με γεια». Της έφτανε που ήξερε η ίδια, που θα το φορούσε για τη χαρά του καινούργιου και με τη γνώση του παλιού.

Γιατί υπήρχε λόγος που είχε τόσα ριγέ, μπλε και άσπρα κυρίως, ή λευκά και ανοιχτόχρωμα γαλάζια. Μέσα στο μπλε ένιωθε ο εαυτός της, σαν να είχε γεννηθεί μέσα σ’ αυτό, σε μια μήτρα γαλήνης και ασφάλειας. Ενα εσωτερικό κουκούλι προστασίας. Και διάλεγε το μπλε ριγέ -το είχε καταλάβει πια- για να μπορεί να καλμάρει τη δική της έσω τρικυμία, αυτήν που μάζευε όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, όταν κουραζόταν πολύ, όταν ήθελε να ξεφύγει από τα καθημερινά.

Το ίδιο ακριβώς όπως όταν ήταν κοντά στη θάλασσα. Εκεί που μπορούσε να νιώθει ευτυχία χωρίς να έχει τίποτα, μόνο με ένα μαγιό κι ένα καπέλο, άντε και με μια πετσέτα για να στεγνώνει. Να κάθεται, να αφουγκράζεται, να μη μιλά.

Μια φίλη της την είδε την άλλη μέρα μέσα στο καινούργιο της πουκάμισο. «Πολύ σου πηγαίνει αυτό, νομίζω σου το έχω ξαναπεί», της είπε.

«Ναι, μου το έχεις ξαναπεί, αλλά ξανά σ’ ευχαριστώ», απάντησε και χάιδεψε το ύφασμα. Αναστέναξε με χαρά και ένιωσε ξανά σιγουριά στη λευκή και γαλανή της ασφάλεια. Κι ήταν μια τόσο όμορφη ημέρα.