Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εφυγα από την παρουσίαση, που διοργάνωσαν η «Εφημερίδα των Συντακτών» και οι εκδόσεις «Οξύ», για το βιβλίο του Πίτερ Χούντις «Φραντς Φανόν, ο φιλόσοφος των οδοφραγμάτων», με προορισμό το «Μπαρ των ποιημάτων και των εγκλημάτων» των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Για μια βραδιά αφιερωμένη στον σπουδαίο λογοτέχνη Δημήτρη Χατζή. Δυο-τρεις κουβέντες του Χούντις είχαν «σκαλώσει» στο μυαλό μου: «απανθρωποποίηση», «ματαιωμένες και ημιτελείς επαναστάσεις», «βιώσιμος ανθρώπινος κόσμος».

Πριν ο Αλέξης Ζήρας και η Νάσια Γιακωβάκη αναλάβουν να διεισδύσουν στο έργο και την προσωπικότητα του Χατζή, τα φώτα έσβησαν. Σε μια οθόνη έπαιξε μια παλιά ασπρόμαυρη εκπομπή του Φ. Γερμανού με καλεσμένο τον συγγραφέα. Θα μπορούσα να γράψω για το συνεχώς χαμηλωμένο βλέμμα του Χατζή, για τα χέρια του που «μίλαγαν», για την αμηχανία του όταν έπρεπε να εκθέσει τις ώρες της μοναξιάς του.

Ομως με τη φράση του Χούντις νωπή ακόμα «ματαιωμένες και ημιτελείς επαναστάσεις», η ιστορία «με τις δυο πεντάρες», που διηγήθηκε ο Δ. Χατζής, μ’ έκανε να σκεφτώ πως ακόμα κι αν κάποιος αγώνας μοιάζει άνισος το πιο σημαντικό είναι να κάνεις αυτό που η αξιοπρέπεια και η καρδιά σου ορίζει.

«Μεγαλώνοντας στα Γιάννενα», λέει, «ήμασταν δυο φίλοι, δεν υπήρχαν τότε τόσα βιβλία στον κόσμο, προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι μας γίνεται. Ξέραμε πως οι δρόμοι μας θα χωρίσουν, υποσχεθήκαμε πως αν κάποτε ξαναβρεθούμε θα ρωτήσουμε ο ένας τον άλλον, όχι τι κάναμε στη ζωή, αλλά αν μια πεντάρα που χρωστούσαμε στον εαυτό μας την έχουμε ξεπληρώσει. Εκείνος πέθανε, και εγώ δεν ξέρω ακόμα αν την πλήρωσα την πεντάρα. Θέλω να δώσω τον λόγο της τιμής μου πως θέλω να πληρώσω την πεντάρα μου…

Ολα τα άλλα, χρήματα, επιτυχία, δόξα, μου είναι αδιάφορα. Εφτιασα στη ζωή μου τέσσερις χαμάληδες: τον Συρεγκέλα στον “Ντέτεκτιβ”, τον Κώστα στο “Ενα τραγούδι θα σας πω”, τον Χαμάλαρο στη “Φυρονεριά”, τον Κώστα στο “Διπλό βιβλίο”. Θέλω να σας διαβεβαιώσω πως τίποτα άλλο δεν θέλω, παρά να έχω την τιμή το φέρετρό μου να το σηκώσουν οι τέσσερις χαμάληδες που έφτιαξα εγώ».

Αργότερα, καθώς διάβαζα τον Φανόν, η φράση «δεν έχουμε απλά “ριχτεί” μέσα στον κόσμο, κινούμαστε προς αυτόν και προς άλλους ανθρώπους, ν’ αγγίξουμε, να νιώσουμε τον άλλον», ήρθε μαζί με την εικόνα δυο μικρών παιδιών, αρχές του προηγούμενου αιώνα στα Γιάννενα, να ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο και να θέλουν να τον αλλάξουν.