Το σημείωμα πάνω στο γραφείο έλεγε: «Θα σου τηλεφωνήσω σπίτι στις οκτώ».
Πρώτη φορά της άφηναν μήνυμα. Δεν υπήρχε λόγος, όποιος ήθελε μπορούσε να της τηλεφωνήσει ό,τι ώρα ήθελε, να της στείλει ένα μέιλ, να της στείλει ένα μήνυμα. Γι’ αυτό υπάρχουν τα κινητά τηλέφωνα.
Κοίταζε και ξανακοίταζε το χαρτί με τα παράξενα ωραία γράμματα, τόσο καλλιγραφικά και τόσο προσεγμένα τοποθετημένα, σαν να είχε προηγηθεί προσπάθεια για να γραφτούν. Ετσι της φάνηκε.
Τι να σήμαινε το σημείωμα. Το περιεργαζόταν ξανά και ξανά.
«Δεν μπορεί, κάτι περίεργο συμβαίνει. Ισως να πρέπει να μου πει κάτι δυσάρεστο. Αλλά γιατί δεν πήρε κατευθείαν τηλέφωνο; Τα δυσάρεστα συνήθως είναι επείγοντα».
Οι σκέψεις έπεφταν στο κεφάλι της με ρυθμούς καταιγίδας. Τρωγόταν να μάθει.
Κρατούσε στο ένα χέρι το λευκό χαρτί με το καλλιγραφικό χειρόγραφο και στο άλλο το τηλέφωνο.
Ενα έτσι αν έκανε, λίγο να σύρει το χέρι στην οθόνη, να πατήσει μετά ελαφρά με το δάχτυλο, θα καλούσε και θα έλυνε την απορία της. Δίσταζε όμως.
«Μήπως είναι κάποια έκπληξη; Ενα δώρο, μια επίσκεψη από φίλους, κάτι καλό. Να μην το χαλάσω».
Αλλος καταιγισμός σκέψεων. Το κεφάλι της γέμισε με χαμόγελα, γέλια, αγκαλιάσματα.
«Μα τι ανοησίες! Δεν υπάρχει κανείς που δεν έχω δει τελευταία και μου λείπει. Και γιατί να μου κάνουν δώρο; Ούτε γενέθλια έχω ούτε γιορτή».
Ξανάρχισε να παίζει πότε με το χαρτί και πότε με το τηλέφωνο στα χέρια της. Κοίταξε ξανά τα γράμματα πάνω στο χαρτί. Καλλιγραφικά, στρογγυλά και χτυπημένα σαν από μηχάνημα. Δεν ήταν όμως. Η πίεση στο χαρτί ήταν διαφορετική στο καθένα από λέξη σε λέξη.
Κάποια γράμματα είχαν πατηθεί δύο φορές, για να διορθωθεί κάποια ατέλεια. Χέρι ανθρώπου τα είχε γράψει, χέρι δικού της ανθρώπου.
«Ναι, αλλά γιατί να μου αφήσει σημείωμα; Μήπως συμβαίνει κάτι;».
Πάλι στο κακό ο νους της. Κάτι συνέβαινε και δεν ήθελαν να της το πουν αμέσως. Δεν της έβγαινε από το μυαλό. Αλλά τι. Τι;
«Θα τηλεφωνήσω εγώ τώρα», το πήρε απόφαση.
Εσυρε το δάχτυλο στην οθόνη, βρήκε τον αριθμό και κάλεσε. Ενα, δύο, τρία, τέσσερα ντριιιν. Δεν απαντούσε κανείς.
Κάλεσε ξανά. Ενα, δύο, τρία, τέσσερα ντριιιν. Τίποτα.
Κοίταξε το ρολόι, επτά και μισή. Τρόμαξε. Επρεπε να πάει σπίτι. Κάτι συνέβαινε, δεν μπορούσε να είναι αλλιώς.
Μάζεψε τα πράγματα, έτρεξε στο αυτοκίνητο και έτρεξε στο σπίτι. Σίγουρα έτρεξε, γιατί δεν θυμόταν ποτέ άλλοτε να φτάνει σπίτι τόσο σύντομα, και όμως τόσο αργά. Το ρολόι έδειχνε οκτώ παρά δέκα.
Στάθηκε πάνω από τη συσκευή και περίμενε. Την έσφιγγαν τα παπούτσια, αλλά δεν τα έβγαλε. Εάν χρειαζόταν να τρέξει, να πάει κάπου; Εάν κάποιος ήταν άρρωστος και χρειαζόταν τη βοήθειά της;
Αν έπιανε το κεφάλι της, νόμιζε ότι θα ένιωθε σφυριά να χτυπούν από μέσα.
Ντριιιιιιν! Ντρρ…. Δεύτερο δεν ακούστηκε.
«Ναι!;» ίσα που πρόλαβε να πει.
«Α, είσαι σπίτι» ακούστηκε η νυσταγμένη φωνή της φίλης της από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Ναι… Τι συμβαίνει; Ανησύχησα…».
«Τίποτα. Ηθελα να κάνουμε λίγο κουβέντα, αλλά προηγουμένως ήθελα να κοιμηθώ λίγο».
«Και γιατί μου άφησες σημείωμα; Γιατί δεν με πήρες τηλέφωνο; Νόμιζα ότι κάτι έχεις πάθει…».
«Μα καλά, εσύ δεν παραπονιέσαι ότι ποτέ δεν έχεις πάρει γράμμα, παρά μόνο λογαριασμούς; Ε, είπα να σου γράψω κάτι».
Δεν ήξερε αν έπρεπε να θυμώσει ή να γελάσει. Πολύ περισσότερο με Ποιον να θυμώσει ή να γελάσει. Μια καταιγίδα από όλα εκείνα τα ανόητα ίσως, μήπως και εάν, τις σκέψεις δαιμόνιου ντετέκτιβ, όλους εκείνους τους φόβους που δεν είχαν βάση καμία, έπεσε ξανά σαν βροχή στο μυαλό της.
Ξαφνικά διασκέδαζε. Με τον εαυτό της, που έφτιαξε τόσες ιστορίες για ένα ανόητο κομμάτι χαρτί, για μερικά γράμματα πατημένα δυο φορές με το στιλό.
«Συμβαίνει κάτι;» ακούστηκε ανήσυχη η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής.
«Οχι, τίποτα», απάντησε γελώντας. «Για ποιο πράγμα θέλεις να κουτσομπολέψουμε;».
