Η συνάδελφος στο διπλανό γραφείο ξαφνικά έβαλε μια φωνή:
Αχ και να ήμουν τώρα εκεί!
Συνηθισμένοι είμαστε στις ζωηρές φωνές στην εφημερίδα. Τα γεγονότα μάς κάνουν να γράφουμε, να σβήνουμε, να συζητάμε, να εκπλησσόμαστε, να τιναζόμαστε στα έκτακτα, να διαφωνούμε και να τα ξαναβρίσκουμε.
Η συνάδελφος κοίταζε μια πανοραμική φωτογραφία του Παρισιού, όχι από εκείνες τις προεκλογικές, που βλέπουμε όλοι αυτές τις μέρες, με τις αφίσες και τα χαμογελαστά πρόσωπα που τίποτα δεν μας εξασφαλίζει ότι αν εκλεγούν θα κάνουν τους Γάλλους ευτυχέστερους.
Ηταν εικόνα σύγχρονη μεν, είχε κάτι παλαιικό δε. Η Αψίδα του Θριάμβου, δέντρα με πλούσιες φυλλωσιές στα Ηλύσια Πεδία, κόσμος που έκανε «περίπατο».
Μόνο η εξίσου παλαιική λέξη «περίπατος» μπορούσε να περιγράψει την εικόνα: γαλήνια, νοσταλγική· πολύ θα ήθελες να ανοίξεις φτερά, να διακτινιστείς, κάπως τέλος πάντων να ταξιδέψεις σε όσα έμαθες να σου αρέσουν, έστω και αν ποτέ δεν τα έχεις δει από κοντά.
Λίγο οι ζωγράφοι, λίγο οι μουσικές, λίγο οι ιστορίες τύπων μποέμ, σαν αυτούς που γέμιζαν κάποτε το γαλλικό -και όχι μόνο- σινεμά, η ζημιά έγινε.
Και έγινε μάλλον για καλό, μετά την ένταση των τελευταίων εκλογών – και περιμένουμε και τον δεύτερο γύρο…
Στο σπίτι ανέτρεξα στα βιβλία μου, έψαχνα να βρω εκείνο τον πίνακα του Μονέ, που ακόμη και στα γεράματα αρνούνταν να φορά γυαλιά όταν ζωγράφιζε, να μην επηρεαστεί η εντύπωση από την καθαρότητα της όρασης. Ιμπρεσιονιστής ώς το τέλος.
Τον βρήκα. Υπέροχα.
Η αποβάθρα μπροστά στο Λούβρο, άμαξες με άλογα, παρέες που περπατούν, το ποτάμι -αλήθεια, γιατί τα ποτάμια κάνουν τις πόλεις μαγικές;-, ένα περίπτερο, δέντρα με ανοιχτά πράσινα φύλλα.
Στο βάθος η γέφυρα Νεφ και το άγαλμα του έφιππου Ερρίκου του 4ου. Τα χαρακτηριστικά ψηλά κτίρια με τις γκριζωπές στέγες, φαρδιοί δρόμοι. Ακόμη πιο πίσω ένας ιώδης ανοιχτός γαλανός ουρανός με αραιά σύννεφα.
Ανοιξη σαν τώρα, νομίζω. Μου φαίνεται πως βλέπω και μικρά λουλούδια σε κάποια από τα δέντρα – αλλά μπορεί να με ξεγελούν κι εμένα οι ιμπρεσιονιστικές πινελιές…
Προσπάθησα να μεταφέρω την εικόνα στο σήμερα.
Αντί για ομπρέλες και φαρδιά μεσοφόρια, οι γυναίκες θα φορούσαν τζιν -κάποιες με σκισμένα γόνατα- και καμπαρντίνες. Οι άντρες βαμβακερά φανελάκια, ίσως και φουλάρια – τα άφησε η ιστορία της μόδας, ένδειξη φιλαρέσκειας πια και όχι προστασίας, σαν τους παλιούς λαιμοδέτες. Φυσικά δεν θα κρατούσαν μπαστουνάκια ούτε θα είχαν ημίψηλα.
Αραγε όλα όσα βλέπω στο παρελθόν πώς έχουν μεταφερθεί στο παρόν; Για παράδειγμα, υπάρχει το κτίριο με τα τούβλα και τα κόκκινα κεραμίδια από την άλλη πλευρά, στο Ιλ-ντε-λα-Σιτέ; Τι να ήταν; Σε τι χρησίμευε;
Ομολογώ πως καθόλου δεν μου αρέσει η ιδέα ότι τα αμαξάκια έχουν αντικατασταθεί από αυτοκίνητα ή λεωφορεία. Αλλά δεν πειράζει.
Αν έφτιαχνα μια κινηματογραφική ταινία, θα είχαν εξαφανιστεί, και οι ήρωές μου θα βάδιζαν ανενόχλητοι από μηχανικούς θορύβους με υπόκρουση την αγαπημένη μου μουσική. Ισως να της πρόσθετα και μια ιδέα ακορντεόν. Μια μπαλάντα του Ζορζ Μπρασένς. Ενα κομμάτι του Τζόνι Χαλιντέι. Δεν αποφάσισα ακόμα.
Αλλά αυτά είναι μόνο το σινεμά κι εγώ σκηνοθέτης δεν είμαι.
Την άλλη μέρα στη δουλειά είχαν ξεχαστεί όλα. Και η νοσταλγία της συναδέλφου που λαχταρούσε να γυρίσει στο Παρίσι και η δική μου φαντασία. Πνίγηκαν στις λεπτομέρειες των ειδήσεων, στα τι, τα πότε, τα πού, τα πώς και τα γιατί. Τα εκλογικά των Γαλατών και τα άλλα.
Ορεξη να υπάρχει και από ειδήσεις… Συχνότερα στενόχωρες είναι, σπάνια πραγματικά καλές. Πάντα τις ακολουθεί ένα «ναι, αλλά αν…» – υπόρρητο αλλά υπάρχει.
Ψάχνω και το υπόρρητο στην αποβάθρα του Λούβρου, χωρίς να ξέρω αν θέλω να το βρω.
Εως ότου το ανακαλύψω όμως, θα κάνω άλλον έναν περίπατο.
