Μπαίνεις στην πινακοθήκη με το κεφάλι γεμάτο σκέψεις. Μέχρι κι εκείνη την τελευταία στιγμή που έκοβες το εισιτήριο, δεν ήσουν και τόσο βέβαιη ότι έπρεπε να είσαι εκεί. Οχι πως δεν το ήθελες, η καρδιά σου πέταξε μόλις διάβασες για την έκθεση: Ελλάδα, θάλασσα, πλοία, αμμουδιές, μεγάλοι καλλιτέχνες.
Αλλά να, έφυγες κάπως βαριεστημένη από το σπίτι, νύσταζες και λίγο, και έπρεπε να ετοιμάσεις και δουλειά όταν θα γύριζες πίσω. Αλλά το αποφάσισες και ανέβηκες τα σκαλιά και βρέθηκες εκεί.
Στις φροντισμένα σκοτεινές αίθουσες με τους προβολείς να εστιάζουν εκεί που έπρεπε μόνο, τα μάτια γέμισαν χρώματα, όλες οι αποχρώσεις του γαλανού: μπλε της Πρωσίας, ακουαμαρίνα, μπλε των Σεβρών και μπλε του κοβαλτίου.
Πότε αναμειγμένα με λευκό και κίτρινο και πότε με μαύρο και κόκκινο, με ώχρες και με καφέ και με πράσινα και μαβιά. Και ξεπήδησαν πάνω στους καμβάδες και τις ξύλινες επιφάνειες πόλεις πλάι στο αλμυρό νερό.
Και γύρισες σε όλη τη Γη, σε όλη την Ιστορία.

Μια θαλασσοκράτειρα Ιταλίδα, μια Βασιλεύουσα της Ανατολής και της Δύσης, εμπορικά κέντρα του Βορρά και ψαροχώρια του Νότου. Ιστία ορθάνοιχτα που τα παρέσυραν οι άνεμοι στα ταξίδια τους, κουπιά, μηχανές για το κυνήγι της αργυρής επιβίωσης που θα σπαρταρήσει στα δίχτυα, άνθρωποι, ασήμαντες σκιές μπροστά στο υδάτινο μεγαλείο.
Πόσο εύκολα και απλά έμοιαζαν όλα μέσα στις κορνίζες τους και πόσο «δύσκολα» τα γέννησαν οι δημιουργοί που τα έβαλαν στα τελάρα τους – δεν θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, γι’ αυτές τις γέννες τις δύσκολες ήταν φτιαγμένοι.
Και όσο περνούσες μπροστά από τον κόπο όσων μελέτησαν τη νερομπογιά και το λάδι, όσων λέρωσαν τα χέρια τους με χρώμα που αργεί να καθαρίσει από τα νύχια και για πάντα σημαδεύει τα ρούχα, τόσο η κούραση από τα πόδια και το μυαλό έφευγε. Κι έμενες όρθια να παρατηρείς και να βυθίζεσαι, να μυρίζεις και να νιώθεις, να λιάζεσαι.
Ετσι έπρεπε, αλλιώς πώς θα ανέπνεες τα έργα, σταθερά και αεικίνητα, να αναδίδουν χρώματα.
Ωσπου έφτασες στην τελευταία αίθουσα. Εκεί περίμενε το θαύμα: πλάι σε άλλα θαλασσινά τοπία, άλλα γεμάτα φως και απλότητα ζωής και άλλα μυσταγωγία και υπόρρητα στοιχεία, τον μεγαλύτερο τοίχο κάλυπτε μια αγριεμένη θάλασσα.
Σε ένα ακρωτήριο δαρμένο αλύπητα από τον αέρα, τον ήλιο και το αλάτι ήταν κρυμμένο το αγκίστρι εκείνου του απογεύματος. Σαν να ήξερες, το άφησες τελευταίο, μετακινούμενη αριστερά και δεξιά στην αίθουσα, θαυμάζοντας και απορώντας. Κι ύστερα στράφηκες εκεί.
Ηθελες να αγγίξεις τον καμβά, μήπως δροσίσεις τα δάχτυλά σου, μήπως οι ψεκασμοί των κυμάτων φτάσουν ώς τα μαλλιά και το πρόσωπό σου, μήπως μυρίσεις τον μανιασμένο άνεμο.
Γιατί φυσούσε πολύ. Κανένα πλεούμενο δεν βρέθηκε σε κείνα τα νερά – ευτυχώς. Οι εκρήξεις του νερού που έσκαγε στα βράχια ήταν εκρήξεις ολοκάθαρου λευκού πάνω στο μαύρο σχεδόν από τον θυμό του νερό.
Σαν μην ήταν μέρα, σαν ο Ποσειδώνας να δοκίμαζε εκεί την τρίαινά του και να απαγόρευε στον Απόλλωνα να ρίξει φως.
Αλλά το φως ήταν εκεί, στις πλατιές κίτρινες πινελιές: ίσως στους βράχους να φύτρωναν άγρια λουλούδια, ίσως οι λείες επιφάνειες να αντανακλούσαν τον ήλιο. Και η αντίθεση με τα μαύρα και πράσινα βρύα ή ταλαιπωρημένα δέντρα ήταν σχεδόν εκτυφλωτική.
Αν κοίταζες ψηλά ο ήλιος θα σου τρύπαγε τα μάτια. Κι ύστερα θα τα έριχνες χαμηλά, υπόκλιση στον δημιουργό* και ξεκούραση για το καμένο βλέμμα.
Κι έτσι, έμενες εκεί, έκθαμβη μα όχι σαστισμένη. Δεν ήθελες να φύγεις. Αν γινόταν θα καθόσουν εκεί μέρες.
Μετά βγήκες στο αθηναϊκό μουντό απόγευμα. Επρόκειτο να βρέξει. Δεν σε ένοιαζε, αλλά και γιατί να σε νοιάζει;
*Παναγιώτης Τέτσης, «Ακρωτήριο Σκύλαιον ΙΙ»
