ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Σαραντάκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ισως επειδή η Σαρακοστή που μόλις ξεκίνησε επιβάλλει εγκράτεια, σήμερα η στήλη θα κάνει αποχή από την πολιτικολεξιλογική επικαιρότητα και θα ασχοληθεί με κάτι θεωρητικό, με την ορθογραφία μιας λέξης, που όμως έχει και γενικότερο ενδιαφέρον.

Η αφορμή; Πριν από δυο Τετάρτες, στο εδώ σημείωμά μου είχα χρησιμοποιήσει τη λέξη «κόκαλο». Εγώ είχα γράψει κόκκαλο, αλλά οι διορθωτές της εφημερίδας μας -και σωστά- το έκαναν κόκαλο. Πράγματι, τη λέξη θα τη δείτε γραμμένη και με τους δυο τρόπους. Η σχολική ορθογραφία προτιμά ένα κάπα, κόκαλο, και έτσι θα βρείτε τη λέξη στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. Το λεξικό Μπαμπινιώτη γράφει «κόκκαλο». Και οι δυο γραφές έχουν θεωρητική βάση, δεν είναι αυθαίρετες.

Ο κ. Μπαμπινιώτης επικαλείται την ετυμολογία· η λέξη κόκαλο ανάγεται τελικά στη λέξη «κόκκος»· στα αρχαία κόκκαλος ήταν το κουκούτσι του κουκουναριού και το ίδιο το κουκουνάρι. Αργότερα η λέξη κόκκαλος μάλλον θα δήλωνε το κουκούτσι γενικώς, αν σκεφτούμε ότι και σήμερα διατηρείται (σπάνια) αυτή η σημασία για τα κουκούτσια άλλων καρπών, που λέγονται κόκαλα. Κάποια στιγμή η λέξη άλλαξε σημασία και από το κουκούτσι έφτασε να σημαίνει το οστό, ίσως επειδή και τα δυο είναι σκληρά. Μαζί άλλαξε και γένος και από αρσενικό έγινε ουδέτερο.

Επειδή η αρχική προέλευση είναι η λέξη «κόκκος», ο Μπαμπινιώτης γράφει το κόκαλο με δύο κάπα. Είναι η ίδια λογική που τον κάνει να γράφει αγώρι (προέλευση από άωρος), τσηρώτο (αντιδάνειο από κηρωτόν), ατόφυος (από αυτοφυής), τσιππούρα (το ανάγει σε αρχαίο ίππουρος), τσυρίζω (από το συρίζω με τσιτακισμό), τζύρος (αντιδάνειο από το γύρος) και άλλα πολλά, συνολικά 50-100 λέξεις.

Επειδή όμως, παρά την ετυμολογία, η αρχική λέξη έχει αλλάξει και γένος και σημασία κι επειδή κανείς σημερινός ομιλητής που λέει «κόκαλο» δεν σκέφτεται τον κόκκο, το ΛΚΝ και τα περισσότερα σύγχρονα λεξικά, αλλά και η σχολική ορθογραφία, γράφουν τη λέξη «κόκαλο» με ένα κάπα, ενώ επίσης γράφουν αγόρι, ατόφιος, τσιρότο, τσιρίζω, τσιπούρα, τζίρος.

Και η μία και η άλλη προσέγγιση έχουν λογική βάση. Εγώ γενικά στα κείμενά μου προσπαθώ να ακολουθώ την ορθογραφία του Λεξικού Κοινής Νεοελληνικής, με ελάχιστες εξαιρέσεις -διότι ο κάθε επαγγελματίας γραφιάς έχει κάποιες ιδιοτροπίες, κι έτσι εγώ δεν μπορώ να ανεχτώ τη γραφή «καθοίκι» που θα τη βρείτε σε όλα τα λεξικά. Γράφω, με το συμπάθιο, «καθίκι».

Η ορθογραφία είναι κάτι δευτερεύον, αλλά επειδή τη μαθαίνουμε στο σχολείο όταν κάνουμε τις πρώτες προσπάθειες να κατακτήσουμε τον γραπτό λόγο, συχνά αναστατωνόμαστε όταν συνειδητοποιούμε πως κάποια λέξη έχει αλλάξει ορθογραφία, όπως όταν το τραίνο έγινε τρένο (το 1976, αλλά ακόμα δεν το έχουν χωνέψει πολλοί) -και γενικά παθιαζόμαστε για τα ορθογραφικά, όπως για το δίλημμα αυγό/αβγό (γράψαμε πέρυσι) ή για το ορθοπαιδικός/ορθοπεδικός, για το οποίο έχουν χυθεί τόνοι μελανιού. Λες κι έχουμε λυμένα τα άλλα μας προβλήματα!