Την Κυριακή όλη η Ελλάδα συγκλονίστηκε από τις ιστορικές φωτογραφίες που ήρθαν τυχαία στο φως, τις φωτογραφίες των κομμουνιστών που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στο θυσιαστήριο της Καισαριανής – ώς τώρα δεν είχαμε φωτογραφικά ντοκουμέντα της θυσίας των 200 της Καισαριανής, γι’ αυτό και νιώσαμε απερίγραπτη ηθική ανάταση βλέποντάς τους να βαδίζουν αγέρωχοι, τραγουδώντας, προς τον θάνατο με τη γροθιά υψωμένη.
Ολη η Ελλάδα; Οχι όλη. Κάποιοι, μην μπορώντας να αντέξουν τόση γενναιότητα, προσπάθησαν ή να αμφισβητήσουν τη γνησιότητα των φωτογραφιών, με την αφέλεια του μικρού παιδιού που θαρρεί πως αν ακυρωθεί το τεκμήριο ακυρώνεται και το γεγονός, ή να σπιλώσουν τους ήρωες. Κάποιοι προχώρησαν παραπέρα και βανδάλισαν το μνημείο των εκτελεσθέντων. Αλλά αυτά τα έχετε διαβάσει σε άλλες στήλες της εφημερίδας μας, η οποία άλλωστε έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην κάλυψη του θέματος. Εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα πούμε δυο λόγια για τη λέξη «βανδαλισμός», αν μη τι άλλο για να διορθώσουμε μια ιστορική αδικία.
Σύμφωνα με το λεξικό, βανδαλισμός είναι «η σκόπιμη φθορά ή καταστροφή δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας»· λέγεται ιδίως όταν αυτό που βεβηλώνεται ή καταστρέφεται είναι κάτι όμορφο ή αξιοσέβαστο. Η λέξη είναι δάνειο από τα γαλλικά, αλλά ανάγεται στους Βανδάλους, ένα γερμανικό φύλο· ξεκίνησαν από τη σημερινή Πολωνία και αφού διάσχισαν μαχόμενοι μέσα στους αιώνες όλη την Ευρώπη, εγκαταστάθηκαν τελικά στην Ιβηρική και έπειτα πέρασαν στη βόρεια Αφρική την οποία κυρίευσαν ίσαμε τη σημερινή Λιβύη. Η λέξη Ανδαλουσία, από το αραβικό αλ Ανταλούς, είναι παραφθορά του ονόματος των Βανδάλων.
Οι Βάνδαλοι έφτασαν στην ακμή τους με βασιλιά τον Γιζέριχο. Τότε κυριαρχούσαν στη Μεσόγειο, η οποία στα αρχαία αγγλικά ονομαζόταν Wendel-sae, θάλασσα των Βανδάλων. Στα ελληνικά της εποχής συνήθως αναφέρονται ως Βανδήλοι, αλλά υπάρχει και ο τύπος Βάνδαλοι, που επικράτησε. Τελικά τους Βανδάλους τούς νίκησαν οι Βυζαντινοί με στρατηγό τον Βελισσάριο· πολλοί Βάνδαλοι ήρθαν στην Πόλη όπου σταδιακά αφομοιώθηκαν.
Την κακή τους φήμη την απόκτησαν οι Βάνδαλοι επειδή λεηλάτησαν τη Ρώμη· οι καταστροφές δεν ήταν εκτεταμένες, ούτε σημειώθηκαν περιστατικά καταστροφής έργων τέχνης, αλλά επειδή οι Βάνδαλοι ήταν «αιρετικοί», αρειανιστές, αποτελούσαν εύκολο στόχο συκοφαντίας. Πάντως η λέξη vandalisme πλάστηκε πολλούς αιώνες αργότερα, στο τέλος του 18ου αιώνα, από τον Γάλλο επίσκοπο Abbé Gregoire, που ήθελε να καταδικάσει τις «ακρότητες» της Γαλλικής Επανάστασης. Η λέξη περνάει στα ελληνικά νωρίς· ο Πολυλάς, ας πούμε, θεωρεί «ανάκουστο βανδαλισμό» την επέμβαση ενός ανθολόγου στους στίχους του Σολωμού.
Οι Βάνδαλοι, λέει σε ένα χρονογράφημα ο Βάρναλης, «πουθενά δε σκοτώνανε ομαδικά τους άμαχους, έτσι για γούστο ή για εκδίκηση ή για τρομοκράτηση. Οι “βαρβαρότητές” τους είναι χάδια μπροστά στα εγκλήματα των ναζιστών και των μαθητών τους». Οσο για τους σύγχρονους που βανδάλισαν το μνημείο, η λύσσα τους εξηγείται από τον φθόνο: μνημείο του άγνωστου μαυραγορίτη δεν έχει ανεγερθεί.
