Τσικνοπέμπτη αύριο, το έθιμο επιβάλλει τσίκνισμα, θέλει κρέατα στη σχάρα. Η στήλη συμμετέχει και τσικνίζει λεξιλογικά, αποφεύγει όμως τις επαναλήψεις· πέρυσι είχαμε συζητήσει για συγκεκριμένα τερψιλαρύγγια εδέσματα, από σουβλάκι και λουκάνικο έως πανσέτες και μπριζόλες, οπότε φέτος θα δούμε τη γενικότερη έννοια, το κρέας.
Το κρέας είναι λέξη αρχαία, ήδη ομηρική. Στην Οδύσσεια, όταν ο Τηλέμαχος επισκέπτεται τον Μενέλαο, εκείνος δίνει εντολή στους υπηρέτες «ὀπτῆσαί τε κρεῶν», να ψήσουν κρέατα – ο αρχαίος πληθυντικός ήταν «κρέα», γενική κρεών. Παρεμπιπτόντως, στην Ιλιάδα ο Ομηρος εμφανίζει πολλές φορές τους Αχαιούς να ψήνουν κρέατα, στη σούβλα συνήθως, αλλά ούτε μία φορά δεν τους παρουσιάζει να τρώνε ψάρι.
Κρέας, λοιπόν, καταρχήν, είναι η σάρκα σφαγμένου ζώου που προορίζεται για τροφή του ανθρώπου. Μια βασική διάκριση είναι ανάμεσα σε κόκκινο κρέας (αιγοπρόβατα και βοοειδή) και σε άσπρο κρέας (χοιρινό, πουλερικά, κουνέλια), ενώ καμιά φορά το κυνήγι αναφέρεται ως μαύρο κρέας. Το χωρίς κόκαλα και λίπος κρέας λέγεται και ψαχνό, λέξη που ανάγεται στο ελληνιστικό «σαχνός», δηλαδή τρυφερός, μαλακός.
Θα χρειαζόταν ολόκληρο άρθρο για να απαριθμήσουμε τις ονομασίες που έχουν τα διάφορα κομμάτια κρέατος στο κρεοπωλείο, αλλά θα κάνω μια εξαίρεση για το φιλέτο, που είναι κρέας χωρίς χόνδρους και κόκαλα και θεωρείται το πιο διαλεχτό κομμάτι. Το φιλέτο είναι δάνειο ιταλικό ή γαλλικό (filet) και το περίεργο είναι ότι στα γαλλικά η αρχική σημασία της λέξης είναι «κλωστίτσα»· δεν είναι βέβαιο πώς ονομάστηκε έτσι το εκλεκτό κρέας, ίσως επειδή το μαγείρευαν δεμένο σε σπάγκο.
Εδώ και κάμποσες δεκαετίες, η λέξη φιλέτο έχει πάρει και τη μεταφορική σημασία του εκλεκτότερου μέρους ενός οποιουδήποτε συνόλου, ιδίως όπου υπονοείται υψηλή τιμή ή μεγάλο κέρδος, κι έτσι μιλάμε π.χ. για οικόπεδα-φιλέτα ή για ακτοπλοϊκές γραμμές-φιλέτα. Το αντίθετο του φιλέτου, το ευτελές κρέας, είναι ο κατιμάς.
Κρέας όμως είναι και η σάρκα του ανθρώπου· για έναν πολύ αδύνατο λέμε ότι δεν έχει πολύ κρέας πάνω του, ενώ για κάποιον χοντρό και πλαδαρό, που είναι και νωθρός ή άβουλος, λέμε πως είναι «σκέτο κρέας» ή «ένα μάτσο κρέας». Η παροιμία λέει πως το φτηνό κρέας το τρώνε τα σκυλιά· για κάποιους που είναι αχώριστοι σύντροφοι λέμε πως είναι σαν το κρέας με το νύχι, ενώ για κάποιον που παραποιεί την πραγματικότητα όπως τον συμφέρει λέμε ότι βαφτίζει το κρέας ψάρι, όπως λέγεται ότι έκαναν κάποιοι καλόγεροι για να παραβούν ευσχήμως την υποχρέωση νηστείας.
Ο άνθρωπος είναι ζώο παμφάγο, αλλά μέχρι πολύ πρόσφατα το κρέας ήταν σπάνιο στο τραπέζι των περισσότερων. Η Τσικνοπέμπτη ήταν μια εξαίρεση, καθώς σε λίγες μέρες επρόκειτο να ακολουθήσει η μακρά αποχή της Σαρακοστής. Εμείς κρατάμε το έθιμο, αλλά έξω από τον περίγυρο στον οποίο γεννήθηκε. Ας είναι όμως, η ευωχία δεν είναι κακό πράγμα στις δύσκολες μέρες που περνάμε. Καλά να περάσετε αύριο, τσικνίζοντες και μη!
