Δίκαια μονοπωλεί την προσοχή μας το μεγασκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ με το θηριώδες πρόστιμο που θα κληθούν να πληρώσουν οι φορολογούμενοι και τις παραιτήσεις των υπουργών που εμπλέκονται σ’ αυτό. Σε άλλες στήλες διαβάσατε τους αποκαλυπτικούς διαλόγους, εμείς όμως θα λεξιλογήσουμε για το σκάνδαλο.
Σύμφωνα με τα λεξικά, σκάνδαλο είναι μια υπόθεση, συμβάν, γεγονός που έρχεται σε σύγκρουση με την τρέχουσα ηθική και προκαλεί την αποδοκιμασία αλλά και το έντονο ενδιαφέρον και την περιέργεια της κοινής γνώμης, επειδή έχουν εμπλακεί σ’ αυτό πρόσωπα που θεωρούνταν ευυπόληπτα. Ετσι, κάνουμε λόγο για πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό ή δικαστικό σκάνδαλο κτλ.
Η λέξη σκάνδαλον είναι ελληνιστική, ενώ στην κλασική γραμματεία εμφανίζεται, μία φορά στον Αριστοφάνη, ο παράλληλος τύπος σκανδάληθρον, που σημαίνει το ραβδί ή το ξυλάκι της φάκας ή της παγίδας, που πάνω του έβαζαν το δόλωμα. Οταν το ζώο ακουμπούσε το σκανδάληθρον, το ξύλο αναπηδούσε και η παγίδα έκλεινε και το έπιανε. Ηταν δηλαδή τεχνικός όρος που πολύ γρήγορα πήρε μεταφορική σημασία, αφού ήδη στους «Αχαρνής» του Αριστοφάνη κατηγορείται ο νέος ρήτορας ότι «σκανδάληθρ’ ιστάς επών», δηλαδή στήνει παγίδες με τα λόγια για να πιαστεί σ’ αυτές ο ανταγωνιστής του.
Οπότε η λέξη σκάνδαλον πήρε τη σημασία «παγίδα, ενέδρα» και έτσι χρησιμοποιήθηκε στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, και αργότερα τη σημασία «πρόσκομμα, εμπόδιο που βρίσκουμε στο δρόμο μας» όπως στο χωρίο της Καινής Διαθήκης «λίθος προσκόμματος και πέτρα σκανδάλου», η πέτρα που πάνω της σκοντάφτει ο διαβάτης – και από εκεί κληρονομήσαμε την έκφραση «η πέτρα του σκανδάλου» που τη λέμε για το πρόσωπο ή το γεγονός που έπαιξε καταλυτικό ρόλο σε ένα σκάνδαλο.
Κι επειδή ο πειρασμός είναι το εμπόδιο που βρίσκει ο ενάρετος στον δρόμο του, στην Καινή Διαθήκη εμφανίζεται και το ρήμα σκανδαλίζω με τη σημασία «βάζω σε πειρασμό», στο διάσημο ευαγγελικό χωρίο «ει δε ο οφθαλμός σου ο δεξιός σκανδαλίζει σε, έξελε αυτόν», οπότε στη συνέχεια στα χριστιανικά κείμενα το σκάνδαλο πήρε τη μεταφορική ηθική σημασία που έχει και σήμερα, μιας πράξης ή συμπεριφοράς που προκαλεί αποδοκιμασία, επειδή έρχεται σε σύγκρουση με τους νόμους της ηθικής, της ευπρέπειας ή της αιδούς.
Η λέξη πέρασε στα λατινικά ως scandalum και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, στις οποίες χρησιμοποιήθηκε και για κάθε θορυβώδη αναστάτωση ή ανωμαλία, ενώ η σημασία που μας απασχολεί σήμερα, της σοβαρής ατασθαλίας, μας ήρθε τον 19ο αιώνα από τη Γαλλία. Πρέπει να αναφέρουμε και τις λαϊκες επιβιώσεις της λέξης, διότι βέβαια και η σκανταλιά, όσο αθώα και χαριτωμένη κι αν είναι, από το σκάνδαλο προέρχεται, όπως και το σκανταλιάρικο παιδί.
Ο κ. Μητσοτάκης βέβαια δεν είναι πια παιδί, ούτε σκανταλιάρης, αλλά η κυβέρνησή του συνεχώς εμπλέκεται σε σκάνδαλα. «Ας είμαστε ειλικρινείς, αποτύχαμε», έγραψε. Αναρωτιέμαι αν αποτυχία θεωρεί το ότι η Ευρωπαία εισαγγελέας έβγαλε στη φόρα το σκάνδαλο.
