Την περασμένη εβδομάδα η Δυτική Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με καύσωνα διαρκείας· «στον φούρνο η Ευρώπη» έγραφε μια εφημερίδα. Τώρα η μεγάλη ζέστη έρχεται στα μέρη μας. Παρ’ όλο που εμείς είμαστε κάπως περισσότερο εξοικειωμένοι, ας λεξιλογήσουμε για τον φούρνο.
Ο φούρνος είναι λέξη δάνεια, αλλά δάνειο παλιό, από τα λατινικά, furnus, ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ. Στην κλασική αρχαιότητα δεν ήξεραν τη λέξη, έλεγαν «ιπνός», έλεγαν και κάμινος. Εξηγεί ο γραμματικός Ερωτιανός: «ἰπνοῦ· καμίνου, οἱ δὲ φούρνου. καὶ γὰρ ὁ φοῦρνος ἰπνὸς λέγεται…» -δηλαδή, τότε που τα έγραφε, τον 1ο αιώνα, η κλασική λέξη (ιπνός) κόντευε να ξεχαστεί.
Και ο φούρναρης δάνειο είναι, από το furnarius, που έγινε φουρνάριος στην αρχή, μετά φουρνάρης και τελικά φούρναρης. Στις βυζαντινές νομικές συλλογές βρίσκω να αναπτύσσεται ως πρόβλημα η υπόθεση όπου κάποιος νοικιάζει «αρτοκοπείον» και ο «φουρνάριος» αποκοιμάται με αποτέλεσμα να πιάσει φωτιά και να καεί το αρτοκοπείο.
Στα παλιά αγροτικά σπίτια ο φούρνος βρισκόταν έξω, στην αυλή, ένα θολωτό κτίσμα με μεγάλο στόμιο, τον καιρό που το κάθε σπίτι έψηνε το ψωμί του. Στα νεότερα χρόνια ο φούρνος μπήκε μέσα στο σπίτι, πιο πρόσφατα ως οικιακή συσκευή ή τμήμα συσκευής, ενώ ακόμα πιο πρόσφατα επανάσταση στις μαγειρικές συνήθειες έφερε ο φούρνος μικροκυμάτων.
Και ενώ ο φούρνος μπήκε μέσα στο σπίτι, η λέξη δηλώνει επίσης το κατάστημα που πουλάει ψωμί και αρτοσκευάσματα, αλλά και ψήνει φαγητά για λογαριασμό των πελατών, που τα πηγαίνουν στο ταψί – κάτι που έχει υποχωρήσει αισθητά τις τελευταίες δεκαετίες.
Η λατινική λέξη έχει περάσει σε πολλές νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες: forno στα ιταλικά, απ’ όπου πήραμε και εμείς το φουρνέλο, από το fornello. Στα ισπανικά με την κλασική τροπή του f σε h έγινε horno, ενώ στα γαλλικά είναι four, και να θυμηθούμε τα βουτήματα που λέγονται πτι φουρ (petits fours) κατά λέξη «μικροί φούρνοι».
Την ποσότητα προϊόντων που χωράει ένας φούρνος τη λέμε φουρνιά, αλλά η λέξη έχει πάρει μεταφορικές σημασίες επίσης, αφού δηλώνει ομάδα ανθρώπων που καταφθάνουν μαζί· έτσι λέμε ότι έφτασαν οι πρώτες φουρνιές τουριστών ή ότι η καινούργια φουρνιά νεοσυλλέκτων έχει πολλούς πτυχιούχους.
Στη φρασεολογία μας ο φούρνος, αναμενόμενα, έχει αισθητή παρουσία. Οταν συμβεί κάτι εντελώς αναπάντεχο, συνήθως ευχάριστο, ή όταν δεχτούμε απρόσμενη αλλ’ ευχάριστη επίσκεψη, λέμε «κάποιος φούρνος γκρεμίστηκε» (ή «θα γκρεμίστηκε»). Ασφαλώς κάποιος ξεχασμένος μύθος κρύβεται πίσω από τη φράση, αλλά δεν ξέρω ποιος.
Μια άλλη διαδεδομένη φράση είναι «φούρνος μην καπνίσει» που ισοδυναμεί περίπου με το αρχαίο «γαία πυρί μειχθήτω». Δηλώνει πλήρη αδιαφορία για το τι θα γίνει και συνήθως λέγεται για όσα συμβούν μετά τον θάνατό μας.
Μόνο που τώρα, που γινόμαστε φούρνος πολλές φορές κάθε χρόνο, δεν έχουμε την πολυτέλεια να αδιαφορούμε για το αύριο και το μεθαύριο. Το χρωστάμε στα παιδιά και τα εγγόνια μας.
