Σχολιάστηκε πολύ την περασμένη εβδομάδα μια απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία τα φιλοδωρήματα από πελάτες προς εργαζομένους, ας πούμε στον τομέα της εστίασης, θεωρούνται μισθός (ή «πρόσθετη παροχή», που καταλήγει στο ίδιο) και επομένως πρέπει να φορολογούνται και να τους εφαρμόζονται κρατήσεις.
Το πρόβλημα γεννήθηκε μετά τη σύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές· τις τεχνικές λεπτομέρειες, όμως, θα τις έχετε διαβάσει σε άλλες στήλες -εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο στο φιλοδώρημα.
Η λέξη δεν είναι αρχαία, εμφανίζεται όμως στα χρόνια του Βυζαντίου, π.χ. στον Νικήτα Χωνιάτη, όπως και το ρήμα «φιλοδωρώ», ενώ στην αρχαιότητα υπήρχε το επίθετο «φιλόδωρος», που σήμαινε τον γενναιόδωρο, που του αρέσει να δίνει δώρα.
Βέβαια, στην καθημερινή χρήση πιο διαδεδομένη ήταν παλιότερα μια άλλη λέξη, το πουρμπουάρ, και μπουρμπουάρ λαϊκότερα, που είναι δάνειο από το γαλλ. pourboire, το οποίο θα πει κατά λέξη «για να πιει», αφού boire είναι το ρήμα «πίνω» στα γαλλικά· το δίνουμε λοιπόν «για να πιει κάτι» ο εργαζόμενος. Η γαλλική λέξη μπήκε στα ελληνικά στο γύρισμα του 20ού αιώνα και οι πρώτες της εμφανίσεις βρίσκονται, ακριβώς, σε ανταποκρίσεις από το Παρίσι.
Και σε άλλες γλώσσες το φιλοδώρημα συνδέεται με το «να πιει κάτι», όπως στα γερμανικά (Trinkgeld). Στα ισπανικά είναι propina, δάνειο μέσω των λατινικών από το αρχαίο «προπίνω», δηλ. κάνω πρόποση προς τιμή κάποιου -διότι οι αρχαίοι χάριζαν το ποτήρι της πρόποσης στο τιμώμενο πρόσωπο.
Το πουρμπουάρ σαν λέξη έχει παλιώσει λίγο· οι νεότεροι αφήνουν και δέχονται τιπ, που είναι το αγγλικό tip, πολύ πιο σύντομο. Η λέξη είναι άγνωστης ετυμολογίας (δεν ισχύει ότι τάχα είναι ακρώνυμο που εξηγείται ως Τo Insure Promptitude, για να εξασφαλίσεις γρήγορη εξυπηρέτηση!)
Το φιλοδώρημα καμιά φορά το λέμε και μπαξίσι, που είναι τουρκικό δάνειο (bahşiş, περσικής αρχής)· ωστόσο, τις περισσότερες φορές το μπαξίσι παραπέμπει στη δωροδοκία, στο δώρο που δίνεται για να επιτευχθεί αθέμιτο όφελος, οπότε πάμε αλλού: στο φακελάκι, στο γρηγορόσημο, στο κωλόκουρο.
Λέμε επίσης ρεγάλο, ισπανικό δάνειο λατινικής αρχής (από το regalis, βασιλικός) ή μποναμάς (από το βενετικό bonaman, ιταλ. buonamano, κατά λέξη «καλό χέρι») -αν και αυτό πιο πολύ για απλά δώρα λέγεται.
Λογιστικά μπορεί να δικαιολογείται η φορολόγηση των φιλοδωρημάτων· ωστόσο, σε ένα σύστημα που φορολογεί συμβολικά τις πρόσθετες παροχές των πλουσίων, που επιτρέπει στις εταιρείες να πωλούν μετοχές τους με αφορολόγητα τα κέρδη και που δέχεται ανεξέταστα τα δώρα από πεθερές και Νιγηριανές θείες προς πολιτικούς, το να φορολογηθεί το πενηντάλεπτο του σερβιτόρου ακούγεται κωμικοτραγικό και τελικά επιβεβαιώνει το αρχαίο ρητό που θέλει τους νόμους να μοιάζουν με ιστό αράχνης: πιάνει μόνο τις μύγες, ενώ τα μεγάλα ζώα τον κομματιάζουν και περνάνε.
Οπότε, καλύτερα να δίνουμε σε μετρητά το φιλοδώρημα σε ντελιβεράδες και σερβιτόρους.
