ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Σαραντάκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μεγάλη Πέμπτη σήμερα, οπότε, όπως είχα αναγγείλει την περασμένη βδομάδα, συνεχίζω με (μερικές από) τις λέξεις του Πάσχα.

Και θα ξεκινήσω από το ίδιο το Πάσχα, λέξη άκλιτη, δάνειο από το αραμαϊκό pasha και αυτό από το εβραϊκό pesah (πέσαχ είναι το σημερινό εβραϊκό Πάσχα) από τον αόριστο ενός ρήματος που σημαίνει «αυτός προσπέρασε». Στην Παλαιά Διαθήκη, στην Εξοδο, στη δέκατη πληγή του Φαραώ ο άγγελος Κυρίου πέρασε γραμμή τα σπίτια και θανάτωσε τους πρωτότοκους γιους των Αιγυπτίων, αφού όμως προηγουμένως είχε ειδοποιήσει τους Εβραίους να σφάξουν ένα αρνάκι και να βάψουν με το αίμα του την πόρτα του σπιτιού τους για να τα προσπεράσει.

Αγρια πράγματα τα παλαιοδιαθηκικά, αλλά από εκεί θαρρώ προήλθε το αρνάκι που σουβλίζουμε –βέβαια με νέα σηματοδότηση μετά τη σταύρωση του Χριστού που ήταν ο αμνός ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Το αρνί λοιπόν ετυμολογικά είναι λέξη αρχαία: αρνίον, ήδη της κλασικής εποχής, υποκοριστικό του αρήν, αρνός = πρόβατο, λέξη που είχε και δίγαμμα μπροστά και που παράγωγά της βρίσκουμε και σε επιγραφές της γραμμικής Β’, όπως τόσες άλλες λέξεις της δημοτικής που η καθαρεύουσα κακώς τις περιφρονεί.

Το πασχαλινό αρνάκι το λέμε και οβελία. Οβελίας αρχικά ήταν οτιδήποτε ψήνεται στη σούβλα (ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές κάνει λόγο για οβελίαν άρτον, ψωμί στη σούβλα). Η λέξη οβελός για τη σούβλα είναι αρχαία, ήδη ομηρική: οι ήρωες του Ομήρου κατ’ επανάληψη παρουσιάζονται να κόβουν κρέατα και να τα περνούν σε οβελούς. Κι επειδή μικροί οβελοί από μέταλλο χρησιμοποιήθηκαν ως μονάδες συναλλαγής, υπήρχε στην Αθήνα το νόμισμα οβολός που ήταν το ένα έκτο της δραχμής. Και με τον εξαίσιο συντηρητισμό της γλώσσας δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά, κι ας έχει στο μεταξύ καταργηθεί η δραχμή, ακόμα μας ζητούν να συνεισφέρουμε τον οβολό μας (όταν δεν μας τον παίρνουν δηλαδή με το έτσι θέλω και με φοροεπιδρομές). Να πούμε πάντως ότι και η Ιόνιος Πολιτεία το 1819 είχε θεσπίσει ως νόμισμα τον οβολό.

Η σούβλα, πάλι, είναι δάνειο λατινικό (από το subula που σήμαινε χοντρή βελόνα ή το σουβλί των παπουτσήδων), λέξη που εμφανίζεται ήδη από τον 3ο αιώνα μ.Χ. στη γραμματεία σε διάφορες περιγραφές βασανιστηρίων και που επικράτησε στη συνέχεια εκτοπίζοντας τον οβελό.

Το άλλο μεγάλο πασχαλινό έθιμο είναι ότι τσουγκρίζουμε αυγά. Ή αβγά; Ετυμολογικά δικαιολογείται η δεύτερη γραφή, αλλά το θέμα είναι αρκετά περίπλοκο και με ενδιαφέρουσα ιστορία, οπότε θα το συζητήσουμε ίσως σε μελλοντικό σημείωμα.

Τα γαστρονομικά του Πάσχα κλείνουν με τη λαμπροκουλούρα ή το τσουρέκι, που ως λέξη είναι τουρκικό δάνειο (çörek, λέξη που αρχικά σήμαινε το στρογγυλό ψωμί αλλά και άλλα στρογγυλά αντικείμενα).

Δεν εξαντλήσαμε βέβαια τις λέξεις του Πάσχα, αλλά τελείωσε ο χώρος που μου παραχωρεί η εφημερίδα· καλά να είμαστε να τα πούμε και του χρόνου. Προς το παρόν, καλή Ανάσταση!